Η Μήστρα είναι κόρη του Θεσσαλού Ερυσίχθονα, γιου ή αδελφού του βασιλιά Τριόπα. Το όνομα της κόρης αναφέρεται στον ψευτοησιόδειο Κατάλογο Γυναικών, όπου γίνεται λόγος για την ικανότητά της να αλλάζει μορφές. Η τύχη της καθορίζεται από το ήθος του πατέρα της, τουλάχιστον όπως το παραδίδει ο Οβίδιος. Διότι στον Ύμνο στη Δήμητρα του Καλλίμαχου ο Ερυσίχθων παρουσιάζεται σαν κακομαθημένος άγαμος νέος που από καπρίτσιο δείχνεται ασεβής και βίαιος, καθώς υλοτομεί από καπρίτσιο το ιερό άλσος της Δήμητρας -για να φτιάξει, λέει, με τα ξύλα των δέντρων τη στέγη του σπιτιού του, όπου θα παρέθετε γεύματα πλούσια για τους φίλους του.

 Οι προειδοποιήσεις και οι συμβουλές της Δήμητρας, που εμφανίστηκε μπροστά του σαν την ιέρεια του ναού της, δεν τον συνέτισαν και δεν απέτρεψαν την ιεροσυλία.  Η ποινή που του έστειλε η Δήμητρα ήταν μια ακόρεστη πείνα που τίποτε δεν μπορούσε να τη χορτάσει. Σε λίγο κατέφαγε όλα τα πλούτη του σπιτιού των γονιών του, οι οποίοι προσπάθησαν με κάθε τρόπο να κρατήσουν μυστικό το οικογενειακό τους δράμα. Μέχρι που ο εσώκλειστος αδηφάγος γιος αναγκάστηκε να βγει έξω, για να ζητιανεύει.

8236.480

Ο Ερυσίχθονας κόβει την ιερή βελανιδιά της Δήμητρας.

Ο οβιδιακός Ερυσίχθων είναι ενήλικος, έγγαμος, πατέρας, εκ προμελέτης κακοποιό στοιχείο, ιερόσυλος και λιμασμένος δαίμων, άνθρωπος που καταλαμβάνεται από τη μανία της πείνας σαν τιμωρία από τη θεά της τροφής Δήμητρα και που σταδιακά οδεύει στη ζητιανιά και στην αυτο-φαγία. Από αυτή την κατάσταση τον σώζει η κόρη του Μήστρα που είχε από τον παλιό εραστή της Ποσειδώνα την ικανότητα να μεταμορφώνεται διαρκώς. Το πάθος του πατέρα Ερυσίχθονα εξουδετέρωσε την πατρική στοργή και δεν απέτρεψε τη Μήστρα από το να πουλιέται ξανά και ξανά, κάθε φορά με διαφορετική μορφή και σε καινούριο αφέντη, ώστε να προμηθεύει τον πατέρα της με τα χρήματα της νέας αγοράς. Και όχι μόνο δεν το απέτρεπε αλλά την προωθούσε κιόλας στις αγοραπωλησίες. Όμως ούτε αυτό τον έσωσε. Το τέλος του προήλθε από την αυτοφαγία του -έτρεφε το κορμί του λιγοστεύοντάς το.

8243.480

Ο Ερυσίχθονας εκδίδει την κόρη του Μήστρα.

Μια ορθολογική ανάγνωση του μύθου από τον Παλαίφατο θέλει τη Μήστρα να είναι μια όμορφη κοπέλα που εκδιδόταν για να τρέφει τον πατέρα της, έναν τεμπέλη που είχε κατασπαταλήσει την περιουσία τους. Το κορίτσι δεν χρηματιζόταν (δεν χρησιμοποιούνταν χρήματα) αλλά πληρωνόταν σε είδος· της έδιναν άλογα, βόδια, πρόβατα, πουλερικά, ελάφια κτλ. Υπήρξε, λοιπόν, η συνήθεια, που κατέληξε στην πολυμεταμορφωσική παρανόηση, ότι η Μήστρα «γινόταν» άλογο, βόδι, πρόβατο, πουλερικό κτλ.

Πάντως, η περίπτωση της Μήστρας είναι η μόνη όπου η μεταμόρφωση εξυπηρετεί το κέρδος.

8240.480

Ο Ερυσίχθονας βασανίζεται από την πείνα

Περὶ Μήστρας

 Περὶ Μήστρας τῆς Ἐρυσίχθονος φασὶν ὡς, ὁπότε βούλοιτο, ἀλλάσσειν τὴν ἰδέαν. ὃ μύθου καταγελάστου. πῶς γὰρ εἰκὸς ἐκ κόρης γενέσθαι βοῦν καὶ αὖθις κύνα ἢ ὄρνεον; τὸ δὲ ἀληθὲς ἔχει ὧδε. Ἐρυσίχθων ἦν ἀνὴρ Θετταλός, διαφθείρας δὲ τὰ χρήματα πένης ἐγένετο. ἦν δὲ θυγάτηρ αὐτῷ καλὴ καὶ ὡραία Μήστρα ὀνόματι· ὅστις δὲ εἶδεν αὐτήν, ἐπιθυμητικῶς διέκειτο. ἀργυρίῳ μὲν οὖν οἱ τότε ἄνθρωποι οὐκ ἐμνηστεύοντο, ἐδίδοσαν δὲ οἱ μὲν ἵππους, οἱ δὲ βοῦς, τινὲς δὲ πρόβατα ἢ ὅ τι ἂν ἐθέλῃ ἡ Μήστρα. ἔλεγον δὲ οἱ Θετταλοί, ὁρῶντες ἀθροιζόμενον τῷ Ἐρυσίχθονι τὸν βίον, «ἐγένετο ἐκ Μήστρας αὐτῷ καὶ ἵππος καὶ βοῦς καὶ τἄλλα.» ὅθεν ὁ μῦθος προσανεπλάσθη. (Παλαίφατος, De incredibilibus 23)

Οι μεταμορφώσεις της Μήστρας

Ολάκερο το βιος σε μια κοιλιά, και τίποτε δεν του ‘χε απομείνει,

μια θυγατέρα μόνο, κι αυτηνής της άξιζε καλύτερος πατέρας.

Απένταρος, την πούλησε κι αυτήν· μα είχε περηφάνια το κορίτσι,

κι αφέντη δεν ανέχτηκε, γι’ αυτό προς τον γιαλό απλώνοντας τα χέρια

«απάλλαξέ με», λέει, «απ’ τη σκλαβιά, εσύ που τον ανθό της παρθενιάς μου

τον έκλεψες!» – αναφερόταν δε στον Ποσειδώνα, που ήταν ο κλέψας.

Την προσευχή εισάκουσε ο θεός. Μπροστά αυτή, ξοπίσω της ο αφέντης,

και ξαφνικά απούσα η κοπελιά. Ο Ποσειδών την είχε μεταλλάξει –

πήρε αντρός σουλούπι και θωριά και ρούχα που φοράνε οι ψαράδες.

Κοίταξε ο αφέντης τον ψαρά, «φίλε», του λέει, «που έχεις δολωμένο

το αγκίστρι σου, και τεχνικά κρατείς στα δυνατά σου χέρια το καλάμι,

[…]

για πες μου, να χαρείς: μια κοπελιά, ρακένδυτη και αναμαλλιασμένη,

στέκονταν τώρα δα στην αμμουδιά, την έβλεπα, την είχα από κοντά μου,

αλλά τα χνάρια κόβονται εδώ – την έπιασε το μάτι σου πού είναι;»

«Ωραία τα κανόνισε ο θεός», σκέφτηκε η κοπέλα. Το χαιρόταν

που ρώταγαν την ίδια αν είναι εκεί, κι απάντησε ευθύς μ’ αυτά τα λόγια:

«Όποιος κι αν είσαι να με συμπαθάς· έχω δοσμένη εδώ την προσοχή μου·

Πεσμένος με τα μούτρα στη δουλειά απ’ το νερό δε σήκωσα τα μάτια.

Αυτό σ’ το λέω με πάσα σιγουριά. Μη δώσει ο θεός να πιάσω ψάρι

αν φάνηκε ψυχή εδώ κοντά κι αν σίμωσε κανένας στ’ ακρογιάλι,

εχτός απ’ τη δικιά μου αφεντιά – κι ούτε υπάρχει εδώ καμιά κοπέλα».

Ήταν τα λόγια τούτα πειστικά. Την άκουσε αυτός, άλλαξε ρότα

και γελασμένος τράβηξε γι’ αλλού, Η κοπελιά ξανάγινε σαν πρώτα,

μπορούσε ωστόσο κι άλλαζε μορφή. Το πήρε ο πατέρας της χαμπάρι

και για να την πουλάει στ’ αφεντικά την έβγαζε συνέχεια στο παζάρι.

(Οβ., Μετ. 8. 846-872, μετ. Θ.Δ. Παπαγγελής)

της Δήμητρας Μήττα

© 2012 Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

Source link