ΘΕΟΚΛΥΜΕΝΟΣ


Μάντης, γιος του Πολυφείδη και δισέγγονος του Μελάμποδα. Γεννήθηκε στο Άργος, αλλά υποχρεώθηκε να καταφύγει στην Πύλο, γιατί σκότωσε συγγενή του (Όμ., Οδ., ο 222-225) -σύμφωνα με το εθιμικό δίκαιο ο φονιάς εξοριζόταν από την πατρίδα του και έπαιζε σημαντικό ρόλο αλλού. Στην Πύλο συνάντησε τον Τηλέμαχο, όπου ο γιος του Οδυσσέα είχε πάει για να ρωτήσει τον Νέστορα για τον πατέρα του. Εκεί ερμήνευσε οιωνούς λέγοντας ότι η γενιά του Οδυσσέα θα συνεχίσει να κρατά την εξουσία στο νησί (Όμ., Οδ., ο 508-543). (Εικ. 77) Φεύγοντας ο Τηλέμαχος για την Ιθάκη πήρε μαζί του τον μάντη. Εκεί ο Θεοκλύμενος πληροφόρησε την Πηνελόπη ότι ο Οδυσσέας δεν βρισκόταν μακριά, όμως η Πηνελόπη δεν τον πίστεψε (Όμ., Οδ., ρ 151-165). Ωστόσο, ο Οδυσσέας ήταν ήδη πάνω στο νησί και περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να δράσει. Ούτε οι μνηστήρες πίστεψαν τον Θεοκλύμενο, όταν προέβλεψε το μέλλον τους, μάλιστα τον κορόιδεψαν (Όμ., Οδ., υ 350-358). Σκοτώθηκαν την ίδια εκείνη νύχτα.

ΘΕΟΝΟΗ


Η Θεονόη είναι κόρη του βασιλιά Πρωτέα της Κάτω Αιγύπτου και της Ψαμάθης, αδελφή του Θεοκλύμενου που διαδέχθηκε τον πατέρα τους στην εξουσία. (Εικ. 78) Η Θεονόη στην Ελένη του Ευριπίδη έχει μαντικές ικανότητες, που προφανώς κληρονόμησε από τον πατέρα της Πρωτέα, συμβουλεύει την Ελένη και βοηθά το ζευγάρι να διαφύγει από την Αίγυπτο. Συγκεκριμένα, όταν ο Τεύκρος έφτασε στην Αίγυπτο, ενδιάμεσος σταθμός πριν καταλήξει στην πατρίδα του Κύπρο μετά την άλωση της Τροίας, έφερε την Ελένη σε απελπισία, καθώς την πληροφόρησε για τον θάνατο της μητέρας της, για το γεγονός ότι η τύχη των αδελφών της αγνοούνταν, για τις κατάρες των Ελλήνων που τη θεωρούσαν υπεύθυνοι για τους τόσους θανάτους, για το γεγονός ότι η τύχη του άνδρα της αγνοούνταν επτά χρόνια μετά την άλωση της Τροίας. Η πληροφορία που της έδωσε η μάντισσα Θεονόη ότι ο άνδρας της ζει αλλά περιπλανιέται, την απέτρεψε από το να εκτελέσει την απόφασή της να θέσει τέρμα στη ζωή της. Τότε ήταν που κατέφτασε ο Μενέλαος ναυαγός με λίγους συντρόφους και με το είδωλο της Ελένης που το τοποθέτησε σε σπηλιά για να το προφυλάξει νομίζοντας ότι είναι η πραγματική Ελένη. Μετά τη συνάντηση και την αναγνώριση του ζεύγους, την αποκάλυψη της αλήθειας και την αφήγηση των παθών τους, Μενέλαος και Ελένη εξασφάλισαν τη σιωπή της Θεονόης, που ως μάντισσα κατάλαβε την πραγματική ταυτότητα του ρακένδυτου ναυαγού, και κατέστρωσαν με τη βοήθειά της σχέδιο απόδρασης από την Αίγυπτο. Η επιτυχημένη φυγή προκάλεσε την οργή του Θεοκλύμενου που θέλησε να σκοτώσει τη Θεονόη. Αλλά οι αδελφοί της Ελένης, οι Διόσκουροι, από ευγνωμοσύνη στη μάντισσα που προφύλαξε και έσωσε την αδελφή τους, την έσωσαν. Μία άλλη παράδοση αναφέρει ότι η Θεονόη ερωτεύθηκε τον Κάνωπο, τον κυβερνήτη στο πλοίο του Μενελάου.

Η Θεονόη της Αιγύπτου ονομάζεται και Ειδώ.

Μία άλλη μυθική Θεονόη ήταν κόρη του Θέστορα, επομένως αδελφή του επικού μάντη Κάλχα και της Λευκίππης, εγγονή του θεού της μαντικής Απόλλωνα. Αυτή τη Θεονόη άρπαξαν μια μέρα πειρατές την ώρα που έπαιζε στην παραλία -μια ιστορία που πολύ θυμίζει άλλες αρπαγές κοριτσιών, όπως της Περσεφόνης, σε φυσικά περιβάλλοντα κοντά σε νερά, γλυκά ή της θάλασσας. Οι πειρατές την πούλησαν στον βασιλιά της Καρίας Ίκαρο. Ο πατέρας της Θέστορας ξεκίνησε το ταξίδι της αναζήτησης της κόρης του αλλά ναυάγησε στις ακτές της Καρίας, όπου τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στον βασιλιά, στο παλάτι του οποίου έγινε σκλάβος. Χρησμός από το μαντείο των Δελφών οδήγησε με τη σειρά της τη Λευκίππη σε ένα ταξίδι αναζήτησης του πατέρα της και της αδελφής της Θεονόης. Ξύρισε τα μαλλιά της, μεταμφιέστηκε σε ιερέα και έφτασε στην Καρία. Συνάντησε την αδελφή της αλλά δεν αναγνωρίστηκαν, μάλιστα η Θεονόη ερωτεύτηκε τη μεταμφιεσμένη σε άνδρα Λευκίππη, η οποία αρνήθηκε ενοχλημένη τις ερωτικές προτάσεις που η Θεονόη έστειλε με δούλους. Προσβεβλημένη η Θεονόη έβαλε να συλλάβουν τη Λευκίππη την έριξε στη φυλακή και έβαλε τον σκλάβο Θέστορα να τη σκοτώσει. Ο θρήνος του πατέρα για την απώλεια των δυο του κοριτσιών, για την κατάντια του και για το γεγονός ότι καλούνταν να γίνει δολοφόνος μέσα στη φυλακή οδήγησε σε αμοιβαία αναγνώριση, την ώρα μάλιστα που ο Θέστορας έστρεφε το ξίφος κατά του εαυτού του. Η Λευκίππη του το άρπαξε, του φανέρωσε ποια είναι και άρχισαν να συνωμοτούν κατά της Θεονόης. Την ώρα του κινδύνου, η Θεονόη επικαλέστηκε το όνομα του πατέρα τους και αυτό οδήγησε σε γενικό αναγνωρισμό. Με δώρα ο Ίκαρος τους έστειλε πίσω στην πατρίδα τους. Τη μυθιστορηματική αυτή αφήγηση διασώζει ο Υγίνος, προφανώς μεταφέροντας την υπόθεση χαμένης τραγωδίας.

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΣ


Κοντά στον [ανδριάντα του] Λίχα είναι στημένος ένας μάντης Ηλείος, Θρασύβουλος το όνομά του, γιος του Αινέα από το γένος των Ιαμιδών, που χρημάτισε μάντης στους Μαντινείς κατά τον αγώνα τους εναντίον των Λεκεδαιμονίων και του βασιλιά Άγι, γιου του Ευδαμίδα. […] Στον ανδριάντα του Θρασύβουλου είναι μια σαύρα κατάστικτη, που σκαρφαλώνει στον δεξιό ώμο και δίπλα του ένα σκυλί, σφάγιο για θυσία, σκισμένο στα δύο, με εκτεθειμένο το συκώτι του. Η μαντική στους ανθρώπους συνηθίζεται από τα πανάρχαια χρόνια με ερίφια, αρνιά και μοσχάρια. Οι Κύπριοι ανακάλυψαν και τη μαντική με τους χοίρους αλλά κανείς ποτέ δεν συνήθιζε τη μαντική με τους σκύλους. Φαίνεται ότι ο Θρασύβουλος καθιέρωσε μια μέθοδο μαντείας με σπλάχνα σκύλου. Οι μάντεις, οι λεγόμενοι Ιαμίδες, κατάγονται από τον Ίαμο. Ο Πίνδαρος σε μια ωδή του λέει ότι ήταν γιος του Απόλλωνα και έλαβε τη μαντική από αυτόν. (Παυσ. 6.2.4-5)

 

ΙΑΜΟΣ


Ο Ίαμος ήταν γιος του Απόλλωνα και της Ευάδνης, εγγονός της Πιτάνης και του Ποσειδώνα, δισέγγονος, από την πλευρά της μητέρας του, του θεού ποταμού της Λακεδαίμονος χώρας Ευρώτα. Θεϊκή η καταγωγή του Ίαμου προδιέγραφε την πορεία του ως ήρωα της Ολυμπίας και ως γενάρχη της ιερατικής οικογένειας των Ιαμιδών. (Μπορεί πάλι η σπουδαία πορεία του να προκάλεσε την επινόηση της σπουδαίας καταγωγής του.)

Όπως και πολλές άλλες κόρες που ένιωσαν την ντροπή της διαφθοράς τους από ένα θεό, έτσι και η Ευάδνη εξέθεσε, εγκατέλειψε, το παιδί της που όμως διασώθηκε -δυο φίδια (πολύ συχνά παίζουν ρόλο στην πρόσκτηση της μαντικής ικανότητας) το έθρεψαν με μέλι. Το παιδί διασώθηκε θαυματουργά, η μητέρα το ξαναβρήκε ξαπλωμένο σε ανθισμένους μενεξέδες, του έδωσε ταιριαστό από την περίσταση όνομα -΄Ιαμος, το παιδί με τους μενεξέδες) και ο Αίπυτος, ο θνητός σύζυγος της Ευάδνης, τον δέχτηκε σαν γιο του ύστερα από χρησμό που πήρε ότι το παιδί θα γινόταν σπουδαίος μάντης και γενάρχης ιερέων και μάντεων.

Ο Ίαμος, όταν έγινε έφηβος, πήγε νύχτα στον Αλφειό ποταμό και επικαλέστηκε τον θεϊκό πατέρα του Απόλλωνα και τον θεϊκό παππού του Ποσειδώνα. Ο Απόλλωνας του μίλησε και του είπε να ακολουθήσει τη φωνή που άκουγε. Όταν ο Ίαμος έφτασε στην περιοχή της Ολυμπίας, η φωνή του είπε να παραμείνει εκεί μέχρι να έρθει ο Ηρακλής και να ιδρύσει τους αγώνες που αργότερα θα γίνονταν περίφημοι και πανελλήνιοι. Ο πατέρας του του δίδαξε ακόμη τη γλώσσα των πουλιών και πώς να ερμηνεύει τα μηνύματα των ιερών σφαγίων. (Εικ. 294295 )

ΙΔΜΩΝ


Και ο Ίδμων λεγόταν ότι είχε δύο πατεράδες, ένα θνητό και ένα θεϊκό (και μόνο αυτό υποδεικνύει τη σημαντικότητά του). Θεϊκός πατέρας ήταν ο ίδιος ο Απόλλων, ο θεός της μαντικής, οπότε το χάρισμά του ερχόταν κατευθείαν από τον θεό. Θνητός του πατέρας ήταν ο Άβαντας, με μητέρα την Αστερία ή την Κυρήνη. Από την πλευρά, λοιπόν, του θνητού πατέρα του ήταν εγγονός του μεγάλου μάντη Μελάμποδα.

 

 

Κάποτε, ο Ίδμων ταυτίζεται με τον Θέστορα, γιο του Απόλλωνα και της Λαοθόης και πατέρα του Κάλχα. Σε αυτή την εκδοχή, το ἲδμων είναι επίθετο που συνδέεται ετυμολογικά με τον δεύτερο αόριστο του ρήματος ὁρῶ (εἶδον), και σημαίνει οξυδερκής, ενορατικός, αυτός που βλέπει καλά, καθαρά. Όλες, πάντως, οι εκδοχές κατασκευάζουν ένα σπουδαίο μάντη.

Ο Ίδμων ήταν ο μάντης της αργοναυτικής εκστρατείας. Πριν οι Αργοναύτες ρίξουν την Αργώ στη θάλασσα, στην ακτή των Παγασών και επιβιβαστούν, τέλεσαν θυσίες στον Απόλλωνα. Οι οιωνοί ήταν ευνοϊκοί, όπως έλεγε ο Ίδμων, θα γύριζαν όλοι πίσω εκτός από τον ίδιο που θα πέθαινε στο ταξίδι. Η γνώση αυτή δεν τον απέτρεψε από το να πάρει μέρος στην εκστρατεία. Διηγούνται πως έφτασε στην Κολχίδα ή ότι πέθανε από χτύπημα κάπρου στη χώρα των Μαριανδυνών, όταν οι Αργοναύτες φιλοξενήθηκαν από τον βασιλιά Λύκο. (Εικ. 7980)

ΚΑΛΧΑΣ


Ο Τειρεσίας είναι ο μάντης που παίζει ρόλο στις τραγωδίες, ο Κάλχας στο έπος, χωρίς να λείπει η παρουσία του και από όσες τραγωδίες αναφέρεονται στη θυσία της Ιφιγένειας (Αγαμέμνωντου Αισχύλου, Ιφιγένεια εν Αυλίδι και Ιφιγένεια εν Ταύροις του Ευριπίδη, ενώ αναφέρεται και στον Αίαντα του Σοφοκλή).

Καταγωγή και γενεαλογία

Στα ομηρικά έπη ο Κάλχας παρουσιάζεται ως γιος του Θέστορα (Θεστορίδης), με σταθερή γενεαλογία στις διάφορες πηγές, όχι όμως με σταθερό τόπο καταγωγής ή ταφής. Η καταγωγή του τον δένει με τον θεό της μαντικής Απόλλωνα και με άλλους μάντεις, κάτι που ήταν συνηθισμένο στην αρχαιότητα. Με αυτόν τον τρόπο, με την κληρονομικότητα, εξηγούνταν αλλά και του αποδίδονταν εξαιρετικές ικανότητες –οἰωνοπόλων ὄχ᾿ ἄριστος (Ιλ.Α 69-70· πρβ. και 86), και δείχνεται ότι και οι μάντεις ανήκαν σε μια κλειστή συντεχνία, όπως άλλοι τεχνίτες. Χάρη, λοιπόν, στην πατρική του καταγωγή συνδέεται με τον μάντη Αργοναύτη Ίδμονα. Αυτή η συγκεκριμένη συγγένεια κάνει τον Κάλχα απόγονο του μάντη Μελάμποδα, και τελικά του ίδιου του Απόλλωνα.

Αδελφός του θεωρείται ο Αλκμάων, όμως ο Θέστορας της δωδέκατης ραψωδίας που αναφέρεται ως πατέρας του θα πρέπει να είναι ομώνυμος με τον πατέρα του Κάλχα ήρωας, χωρίς όμως να μπορεί να αποκλειστεί τίποτε. Ο Υγίνος του αποδίδει και δύο αδελφές, τη Λευκίππη και τη Θεονόη. Τέλος, βυζαντινό λεξικό αναφέρει την Κολοφωνία Σιβύλλα Λάμπουσα ως απόγονό του.

Σε αντίθεση με τη συμφωνία της γραπτής παράδοσης ως προς την γενεαλογία του Κάλχα, οι πηγές διαφωνούν σχετικά με τον τόπο γέννησής του. Η καταγωγή του από τις Μυκήνες, που ακολουθεί και ο Υγίνος, μπορεί να βασιστεί στις περιγραφές του Ευριπίδη για τον αντίκτυπο που είχε εκεί η είδηση του θανάτου του μάντη στη Μικρά Ασία. Από την άλλη, ο Παυσανίας αναφέρει ότι ο Κάλχας κατοικούσε στα Μέγαρα, όπου και τον επισκέφθηκε ο Αγαμέμνονας για να ζητήσει τη συμμετοχή του στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας. Οι σύγχρονοι συγγραφείς θεωρούν πιθανότερη την αργίτικη καταγωγή του μάντη, καθώς ο παππούς του αναφέρεται μερικές φορές ως Άβας.

Πριν από τον Τρωικό πόλεμο

Όταν ο αχαϊκός στόλος είχε συγκεντρωθεί στην Αυλίδα έτοιμος για την καθιερωμένη ιεροτελεστία με μεγάλη θυσία προς τους θεούς όπως πριν από κάθε εκστρατεία, είδαν ένα φίδι να καταβροχθίζει οχτώ πουλιά και τη μητέρα τους. Κατόπιν το φίδι έφθασε στο βωμό, όπου μεταμορφώθηκε σε πέτρα. Το θαύμα αυτό απαιτούσε εξήγηση, που δόθηκε από τον Κάλχα. Το ερμήνευσε ως οιωνό που προανήγγελλε μακρά αλλά νικηφόρα εκστρατεία, ενώ ο αριθμός των πουλιών αντιστοιχούσε στα χρόνια που έπρεπε να περάσουν πριν από την κατάκτηση της πόλης του Πριάμου. (Όμ., Ιλ. Β 299-330) Σε παραλλαγή του επεισοδίου αναφέρεται πως ο Αγαμέμνονας είδε δύο αετούς να σκοτώνουν ένα λαγό. Ο βασιλιάς ρώτησε τον Κάλχα για τη σημασία του οιωνού και ο μάντης απάντησε κατά τον ίδιο τρόπο, ταυτίζοντας το λαγό με την Τροία και τα δύο σαρκοβόρα πουλιά με τους Ατρείδες (Αισχ., Αγαμ. 104-159).

Η ομηρική εκδοχή παραδίδεται και στα Κύπρια έπη, όπως και σε πολλά μεταγενέστερα έργα. Ο Απολλόδωρος προσδιορίζει χρονικά το επεισόδιο πριν από την πρώτη αποτυχημένη εκστρατεία προς την Τροία με αρχηγό τον Αγαμέμνονα, όταν οι Έλληνες έφθασαν μόνο μέχρι τη Μυσία, όπου ο Αχιλλέας πολέμησε εναντίον του Τήλεφου, και μετά επέστρεψαν στην Ελλάδα.

Στα Κύπρια μαρτυρείται η θυσία της Ιφιγένειας στην Αυλίδα, την οποία επεξεργάστηκαν δραματουργικά οι τραγικοί ποιητές. Ο Αγαμέμνονας και οι Αχαιοί στρατιώτες καθυστέρησαν εκεί λόγω νηνεμίας. Όταν ο βασιλιάς ρώτησε τον Κάλχα την αιτία για την οποία ο στόλος δεν μπορούσε να συνεχίσει, τότε ο μάντης αποκάλυψε ότι ο Αγαμέμνονας είχε προκαλέσει την οργή της Άρτεμης, η οποία απαιτούσε τη θυσία της βασιλοκόρης Ιφιγένειας. Η κόρη θυσιάστηκε στον βωμό και η θεά κατευνάστηκε. (Εικ. 81828384858687888990919293949596979899100101)

Η αναφορά αυτού του επεισοδίου είναι συχνή και ο ρόλος του Κάλχα ως ερμηνευτή των σημαδιών και ιερέα-εκτελεστή της θυσίας επισημαίνεται τόσο στα αρχαία κείμενα όσο και στις εικονογραφικές παραστάσεις. Μετά τον κατευνασμό της Άρτεμης, ο Κάλχας οδήγησε τους Αχαιούς στη Τροία. Δεν είναι ασυνήθιστο ένας μάντης να υποδεικνύει την πορεία που, όπως και στην περίπτωση των πηδαλιούχων, συχνά συνδέεται με την παρατήρηση των άστρων. Ο Απολλόδωρος υποστηρίζει ότι ο Τήλεφος, σε αντάλλαγμα για την ίασή του, υπέδειξε στον Αχιλλέα τον δρόμο προς την Τροία, όταν συναντήθηκαν στο Άργος. Σε αυτή την περίπτωση, ο Κάλχας απλώς επιβεβαίωσε την ορθότητα της πορείας που υπέδειξε ο Τήλεφος. Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει αλλού ότι πολλά χρόνια πριν από την εκστρατεία ο μάντης έδωσε μια προφητεία που αφορούσε την πολιορκία της Τροίας. Η πόλη θα παρέμενε απόρθητη εκτός αν ο Αχιλλέας πολεμούσε μαζί με τους Αχαιούς. Η Θέτις, μητέρα του ήρωα, γνωρίζοντας την τραγική μοίρα του γιου της, αν εκείνος πήγαινε στην Ασία, έκρυψε τον εννιάχρονο Αχιλλέα ανάμεσα στις κόρες του Λυκομήδη, όπου μετά από χρόνια τον ανακάλυψε ο Οδυσσέας.

Στην Τροία

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Τροίας, ο Κάλχας εμπλέκεται σε πολλές σκηνές -μάλιστα εξαιτίας των μαντικών ικανοτήτων και της έντονης προσωπικότητάς του, οι αρχαίοι συγγραφείς έτειναν να αυξάνουν το ρόλο του στα έργα τους. Έτσι, αποκαλύπτει στον Αγαμέμνονα –όχι άφοβα– τον λόγο για τον οποίο ο Απόλλωνας έστειλε τον λοιμό κατά το δέκατο έτος του πολέμου που αποδεκάτιζε τους Έλληνες. (Εικ. 102103) Αποκάλυψε στους Έλληνες ότι δεν θα έπαιρναν την πόλη αν ο Φιλοκτήτης δεν πολεμούσε μαζί τους χρησιμοποιώντας το τόξο του Ηρακλή. Έτσι εξηγείται η αποστολή αντιπροσωπείας στη Λήμνο, με επικεφαλής τον Οδυσσέα, για να πείσει τον πληγωμένο ήρωα να συμπράξει. Η συμμετοχή του Φιλοκτήτη αποδείχθηκε πραγματικά πολύτιμη, αφού τα βέλη του σκότωσαν τον Πάρη. Λίγο αργότερα, ο Κάλχας πρότεινε στους συντρόφους του να αιχμαλωτίσουν τον Τρώα μάντη Έλενο, ο οποίος ήξερε χρησμούς που προστάτευαν την πόλη. Ο Οδυσσέας έστησε ενέδρα στον Έλενο, τον έπιασε και αυτός αποκάλυψε τις προϋποθέσεις για την πτώση της πόλεως. Ο Κάλχας αποκάλυψε επίσης την παρουσία και σημασία του Παλλάδιου, λατρευτικού αγάλματος της Αθηνάς, το οποίο ο Οδυσσέας και ο Διομήδης κατάφεραν να κλέψουν. Μερικοί συγγραφείς αποδίδουν στον Κάλχα πρωταγωνιστικό ρόλο και στο σχεδιασμό του Δούρειου Ίππου, ενώ η ενεργή συμμετοχή του στη θυσία της Ιφιγένειας μπορεί να εξηγήσει το γεγονός ότι ο μάντης συνδέθηκε και με άλλες ανθρωποθυσίες που ακολούθησαν την πτώση της Τροίας, της Πολυξένης και του Αστυάνακτα.

Τη μορφή του Κάλχα πήρε ο Ποσειδώνας και με αυτήν εμφανίστηκε στους Έλληνες, ενθαρρύνοντάς τους για τη μάχη. Οι Αίαντες αντιλήφθηκαν ότι επρόκειτο για θεϊκή μεταμόρφωση (Ν 39-75).

Μετά τα Τρωικά

Η πτώση της Τροίας ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή του Κάλχα και στις μυθικές παραδόσεις, όπως συνέβη και με τους μάντεις Μόψο και Αμφίλοχο. Αν και προέβλεψε την κακοτυχία των Αχαιών κατά την επιστροφή στις πατρίδες τους, επιβιβάστηκε σε πλοίο μαζί με τον Σθένελο και τον Ιδομενέα. Δεν έφτασαν όμως στον προορισμό τους, καθώς σφοδρή καταιγίδα έριξε το πλοίο σε ακτή της Μικράς Ασίας, στην Κολοφώνα. Κατά την επικρατέστερη παράδοση, ο Κάλχας αρνήθηκε να αποπλεύσει και έπεισε κάποιους από τους συντρόφους του να παραμείνουν στην Ασία. Μαζί με τον Αμφίλοχο, τον γιο του μάντη Αμφιάραου, και τους οικιστές της Παμφυλίας κίνησαν με τα πόδια προς την Κλάρο.

Ο Κάλχας οικιστής

Σύμφωνα με κάποιες παραδόσεις, ο περιπλανώμενος μάντης Κάλχας φαίνεται να ταξίδεψε πέρα από την Κολοφώνα. Η μυθολογική του πορεία είναι συμβολική και συνδέεται με καθεμιά από τις τοπικές παραδόσεις, που τον θέλουν οικιστή. Ο Ησύχιος από τη Μίλητο αναφέρει ότι η πόλη Χαλκηδόνα της Βιθυνίας συνδέεται με τον ήρωα λόγω της ονομασίας της. Στην Πέργη της Παμφυλίας ο Κάλχας ήταν ανάμεσα στους εννέα οικιστές που τιμήθηκαν -στα χρόνια του Αδριανού- με αγάλματα κοντά στη νότια πύλη της πόλης (Ηρ. 7.91, Στράβ. 14.4.3)· από τα αγάλματα αυτά διατηρούνται μόνο οι βάσεις τους. Τέλος, ο Κάλχας αναφέρεται ως ιδρυτής της πόλης Σέλγης της Πισιδίας (Στράβ. 12.7.3).

Μόψος και Κάλχας: Η διαμάχη για τη μαντική

Σύμφωνα με μια προφητεία, ίσως από τον Έλενο, ο Κάλχας θα πέθαινε αν θα συναντούσε μάντη ανώτερό του. Ο Κάλχας βρέθηκε στην Κλάρο, ή στην Κολοφώνα, μετά την καταστροφή της Τροίας. Εκεί συνάντησε τον Μόψο, και σύμφωνα με τον Ησίοδο, τον ρώτησε πόσα σύκα είχε μια αγριοσυκιά που φύτρωνε εκεί. Εκείνος απάντησε «δέκα χιλιάδες», δίνοντας και το βάρος τους σε μεδίμνους παρά ένα σύκο που διευκρίνισε ότι δεν το συνυπολόγισε για να βγει ακριβής η μέτρηση. Ο Φερεκύδης παραδίδει ότι η ερώτηση δεν αφορούσε αγριοσυκιά αλλά μια έγκυο γουρούνα, για την οποία ο Κάλχας είπε ότι κυοφορούσε οκτώ μικρά, όλα αρσενικά και ότι θα γεννούσε την έκτη ώρα της επόμενης μέρας. Ο Μόψος ήταν εκείνος που έδωσε τη σωστή απάντηση λέγοντας ότι το ζώο κυοφορούσε εννέα γουρουνάκια, από τα οποία το ένα ήταν θηλυκό. Σύμφωνα με τον γεωγράφο Στράβωνα άλλοι συγγραφείς «συρράπτουν» τις δύο παραδόσεις. Ο Απολλόδωρος, για παράδειγμα, αναφέρει ότι ο Κάλχας ρώτησε τον Μόψο για τα σύκα και ο Μόψος τον Κάλχα για τη γουρούνα. Ο Μόψος πέτυχε τη σωστή απάντηση, ενώ ο Κάλχας έχασε και πέθανε από θλίψη. Ο Κόνων συμφωνεί ότι η διαφωνία ξεκίνησε στην Κολοφώνα, αλλά προτείνει ένα διαφορετικό τέλος, το οποίο έγινε στη Λυκία. Ισχυρίζεται ότι ο τοπικός βασιλιάς Αμφίμαχος της Λυκίας ρώτησε τους δύο μάντεις για την έκβαση της στρατιωτικής εκστρατείας που σχεδίαζε. Ο Κάλχας πρόβλεψε λαμπρή νίκη, ενώ ο Μόψος προσπάθησε να αποτρέψει το βασιλιά από το εγχείρημα. Τελικά, ο Αμφίμαχος νικήθηκε, η φήμη του Μόψου εξαπλώθηκε, ενώ ο Κάλχας αυτοκτόνησε από απελπισία. Έτσι, αν οι μύθοι ποικίλλουν ως προς το θέμα της αναμέτρησης των δύο μάντεων, όλοι συμφωνούν ότι ο Κάλχας, παρότι ένδοξος μάντης, έχασε τον αγώνα και απεβίωσε.

Οι τάφοι του Κάλχα

Κατά την επικρατέστερη μυθική παράδοση, ο τάφος του Κάλχα βρισκόταν στη γειτονική περιοχή της Κλάρου ή στο Νότιον. Και άλλα μέρη όμως αναφέρονται ως τόποι όπου έλαβε χώρα ο αγώνας μαντικής και όπου πέθανε ο Κάλχας, υποδηλώνοντας έτσι την παρουσία τάφου του μάντη εκεί. Ως τόπο του αγώνα των δύο μάντεων ο Σοφοκλής υποδεικνύει την Κιλικία, ο Κόνων τη Λυκία, άλλοι το Γρύνιο (ή Γρύνειο) κοντά στη Μύρινα (στην Ιωνία ή την Αιολίδα). Τάφοι του μάντη μαρτυρούνται και στην Ιταλία: στην πόλη Σίρις, αποικία των Κολοφωνίων στον κόλπο του Τάραντα (αν και κάποιοι αρχαίοι συγγραφείς θεωρούν ότι ανήκε σε άλλο μάντη με το ίδιο όνομα, ο οποίος σκοτώθηκε από τον Ηρακλή)· στην Απουλία (στο όρος Δρίο) σε άμεση σχέση με τον τάφο του συντρόφου του Ποδαλείριου, μάλιστα λεγόταν ότι ο Ποδαλείριος είχε κτίσει τον τάφο του Κάλχα και ότι όποιος θυσίαζε στο ένα ή το άλλο ιερό μαύρο κριάρι και κοιμόταν στο δέρμα του έβλεπε όνειρα προφητικά. Αυτοί οι τάφοι μνημονεύονται ως ηρώα από τον Στράβωνα και θα μπορούσαν να συσχετιστούν με τη λατρεία του οικιστή ή με ιερά μαντικής.

Ο Κάλχας αμπελουργός

Ο Κάλχας περιγράφεται ακόμα ως μάντης και αμπελουργός. Κάποια μέρα ένας υπηρέτης τον ειδοποίησε ότι δεν θα προλάβει να πιει από το κρασί του αμπελιού του, ο Κάλχας γέλασε και περίμενε τη μέρα του τρύγου. Κάλεσε λοιπόν τον αναιδή δούλο και ήταν έτοιμος να πιει. Όμως λίγο προτού φέρει το ποτήρι στα χείλη του ξεψύχησε και η προφητεία βγήκε αληθινή. (Η ίδια ιστορία λέγεται και για τον Αγκαίο από τη Σάμο.)

ΚΑΡΝΟΣ


Ο Κάρνος ήταν μάντης από την Ακαρνανία. Από τον αδόκητο θάνατο του ιερέα του ο Απόλλωνας πήρε το επίθετο «Κάρνειος» και καθιερώθηκε λατρεία προς τιμή του από τους Ηρακλείδες. Πιο συγκεκριμένα:

Ο Κάρνος μπήκε στον στρατό των Ηρακλειδών που είχε συγκεντρωθεί στη Ναύπακτο, για να κατακτήσουν την Πελοπόννησο. Όμως ο Ηρακλείδης Ιππότης τον θεώρησε κατάσκοπο και τον σκότωσε. Οργισμένος ο Απόλλωνας για τον άδικο θάνατο του ιερέα του έστειλε λοιμό που ρήμαζε τον στρατό. Χρησμός φανέρωσε την αιτία του θυμού του θεού, ο Ιππότης εξορίστηκε για να εξιλεωθεί και οι Ηρακλείδες αφιέρωσαν λατρεία στον Κάρνειο Απόλλωνα. Ο Θουκυδίδης μαρτυρεί ότι Καρνεῖος δ᾽ ἦν μήν, ἱερομηνία Δωριεῦσι (5.54.2.3) και ο Πλούταρχος ότι οι Αθηναῖοι Μεταγειτνιῶνα προσαγορεύουσι (Νικ.28.2.2).

ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ


η κόρη οπού της χρυσής ομοίαζε Αφροδίτης

(Όμ., Ιλ. Ω 699)

Κόρη του Πρίαμου και της Εκάβης, δίδυμη αδελφή του Έλενου. Όταν γεννήθηκαν, οι γονείς τέλεσαν γιορτή στον ναό του Θυμβραίου Απόλλωνα, λίγο έξω από τα τείχη της πόλης.[5] Το βράδυ οι γονείς, κουρασμένοι και μάλλον μεθυσμένοι, αποχώρησαν λησμονώντας τα παιδιά στον ναό που αποκοιμήθηκαν κουρασμένα από το παιχνίδι. Την άλλη μέρα τα αναζήτησαν και τα βρήκαν να κοιμούνται, ενώ δίπλα τους δύο φίδια τους έγλειφαν τα αυτιά καθαρίζοντάς τα. Ο Πρίαμος και η Εκάβη άρχισαν να φωνάζουν και τα φίδια κρύφτηκαν στις ιερές δάφνες του ναού. Στο μεταξύ, είχαν πετύχει να τους δώσουν το χάρισμα της μαντικής. Για την Κασσάνδρα λεγόταν ότι προέλεγε το μέλλον μετά από θεϊκή έμπνευση, όπως η Σίβυλλα και η Πυθία, σε κατάσταση παραληρήματος, ενώ ο Έλενος ερμήνευε τις κινήσεις και τις κραυγές των πουλιών (οιωνοσκοπία). Άλλη εκδοχή θέλει τον ίδιο τον θεό Απόλλωνα, ερωτευμένο με την Κασσάνδρα, να αγωνίζεται για να την αποκτήσει -σαν παλαιστής, τυλίγοντάς την με τον αέρα της γοητείας του (Αισχ., Αγ. 1206)- και να ζητά να του δοθεί με αντάλλαγμα την τέχνη της μαντικής. Η Κασσάνδρα δέχθηκε αλλά πάτησε τη συμφωνία με τον θεό, κι εκείνος έφτυσε στο στόμα της -ένα τελευταίο φιλί;- για να μη δίνει κανένας πίστη στις προφητείες της. Το χάρισμα της μαντικής παρέμεινε, όχι όμως της πειθούς. Στον Λυκόφρονα η ηρωίδα είναι φυλακισμένη από τον ίδιο της τον πατέρα γιατί δεν την άντεχε άλλο να θρηνεί συνέχεια και να προφητεύει δεινά, έδωσε όμως εντολή να καταγράφουν τα λεγόμενά της.

Όταν ο Πάρης προσέπεσε ικέτης στον βωμό του Δία, προκειμένου να σωθεί από τις επιθετικές διαθέσεις των αδελφών του, η μάντισσα αδελφή του τον αναγνώρισε, χάρη στις μαντικές της ικανότητες, ως τον θεωρούμενο χαμένο ή νεκρό γιο του Πρίαμου και της Εκάβης. (Εικ. 104105106) Με τις ικανότητες πάλι «είδε» και τις συμφορές που θα έφερνε ο Πάρης στην Τροία και με πέλυκυ θέλησε να τον σκοτώσει. (Εικ. 107) Τις ίδιες προφητείες είπε και όταν ο αδελφός της πήγε στη Σπάρτη και όταν την έφερε στο Ίλιον. Τους προειδοποίησε αλλά εκείνοι δεν την πίστεψαν. Όταν ο αδελφός της Έκτορας πέθανε από το χέρι του Αχιλλέα και ο πατέρας της Πρίαμος πήγε στο αχαϊκό στρατόπεδο και τη σκηνή του Αχιλλέα, πρώτη αυτή από τα τείχη τον είδε να επιστρέφει με τη σορό του Έκτορα. Προσπάθησε ακόμη, το ίδιο και ο ιερέας του Απόλλωνα Λαοκόων, να πείσει τους Τρώες να μη βάλουν μέσα στην πόλη τον Δούρειο Ίππο, γιατί είχε προδεί την καταστροφή της πόλης της, όταν οι Τρώες έσυραν μέσα στην πόλη τον Δούρειο ίππο. (Εικ. 108109110111)Ο Όμηρος παραδίδει ότι κάποιος Τρωαδίτης ήρωας, ο Οθρυονέας, την είχε ζητήσει σε γάμο δίνοντας την υπόσχεση στον Πρίαμο ότι θα έδιωχνε τους πολιορκητές από την Τροία, σκοτώθηκε όμως από τον Ιδομενέα. Πάντως, στην Ιλιάδα τίποτε δεν μαρτυρείται περί προφητικών ικανοτήτων της Κασσάνδρας.

Μετά την άλωση της Τροίας, η Κασσάνδρα κατέφυγε στον ναό της Αθηνάς και προσέπεσε ικέτης στο άγαλμα της θεάς αγκαλιάζοντάς το. Ο Αίας ο Λοκρός δεν σεβάστηκε την ικεσία, την τράβηξε από τα μαλλιά, οπότε το άγαλμα σείσθηκε από τη βάση του, και τη βίασε μέσα στον ναό. Οι Αχαιοί αγανάκτησαν με την ιεροσυλία και θέλησαν να λιθοβολήσουν τον Αίαντα, ο οποίος προσέπεσε ικέτης στον βωμό της θεάς που είχε προσβάλει με τη συμπεριφορά του. Οι Έλληνες σεβάστηκαν την ικεσία του… (Εικ. 112113114115116117118119120121122123124125126127128129130131132133134)

Όταν οι κατακτητές μοιράσθηκαν τις γυναίκες των ηττημένων, η Κασσάνδρα έπεσε στον κλήρο του Αγαμέμνονα, ο οποίος την ερωτεύθηκε και την πήρε μαζί του στις Μυκήνες. (Εικ. 135) Στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου αυτό συνιστά μια βασική αιτία του εγκλήματος της Κλυταιμνήστρας, καθώς ξεσηκώνεται η ζήλεια της γυναίκας για την ερωμένη και η απέχθεια για τον άνδρα-σύζυγο που ζητά από τη σύζυγο να καλοδεχτεί τη νέα αγαπημένη. Τόσο στον Αγαμέμνονα όσο και στις Τρωάδες του Ευριπίδη η Κασσάνδρα κινείται ανάμεσα στο βακχικό παραλήρημα και την προφητεία, μαινάδα γυναίκα παραδομένη στον Διόνυσο, προφήτισσα όσο και στον Απόλλωνα. Σε μια παρωδία του υμεναίου στις Τρωάδες, κάτι που μόνο από μια γυναίκα σε κατάσταση βακχικής μανίας θα μπορούσε (ήταν επιτρεπτό) να συμβεί στην τραγωδία, η νεαρή Κασσάνδρα οραματίζεται την τέλεση των γάμων της με τον Αγαμέμνονα και στη συνέχεια προφητεύει το ολέθριο τέλος τους. Πράγματι, η τύχη της ενώθηκε με τη δική του: όταν έφθασαν στις Μυκήνες δολοφονήθηκαν και οι δύο από την Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο. (Εικ. 136137) Όταν ο Οδυσσέας «κατέβηκε» στον Άδη, για να συνομιλήσει για το ταξίδι της επιστροφής του στην Ιθάκη με τον Τειρεσία, ο νεκρός Αγαμέμνονας του μίλησε με θλίψη για την Κασσάνδρα, καθώς περιέγραφε τις τελευταίες τους στιγμές: Μα ακόμη πιο σπαραχτική άκουσα τη φωνή της κόρης του Πριάμου, / της Κασσάνδρας, την ώρα που τη σκότωνε πανούργα η Κλυταιμνήστρα / πλάι και πάνω μου (λ 421-422, μετ. Δ.Ν. Μαρωνίτης). Στο μεταξύ, και πριν το τέλος, η Κασσάνδρα λεγόταν ότι απέκτησε δύο δίδυμους γιους με τον Αγαμέμνονα, τον Τηλέδαμο και τον Πέλοπα, που κι εκείνοι σκοτώθηκαν από το σπαθί των δύο εραστών των Μυκηνών. Οι Μυκηναίοι έδειχναν τους τάφους τους δίπλα στων γονιών τους (Παυσανίας 2.16.6).

Και άλλες πόλεις διεκδικούν το επεισόδιο του θανάτου του Αγαμέμνονα και της Κασσάνδρας και σε διάφορες πόλεις λατρευόταν η προφήτισσα άλλοτε με το όνομα Αλεξάνδρα και άλλοτε ως Πασιφάη, μια και τα φανέρωνε όλα. Στις Αμύκλες, για παράδειγμα, πιο κάτω από τη Σπάρτη, είχαν ταυτίσει την Κασσάνδρα με μια τοπική ηρωίδα, την Αλεξάνδρα, και της έστησαν ιερό με το άγαλμά της. Ως Αλεξάνδρα λατρευόταν και στα Λεύκτρα της ανατολικής Μεσσηνίας, στον Κόλπο, όπου πιστευόταν ότι είχε ταφεί. Το ίδιο και σε ιερό στις Θαλάμες, βόρεια του Οίτυλου στη Λακωνία, όπου λατρευόταν μαζί με τον Ήλιο (Πλούτ., Άγις9.2· Παυσ. 2.16, 3.19, 3.26).

Με το όνομα Αλεξάνδρα η όμορφη κόρη του Πριάμου αποτελεί το κύριο πρόσωπο του ομώνυμου προφητικού ποιήματοςτου Λυκόφρονα, ενός χαλκιδαίου ποιητή του 4ου αι. π.X., γραμμένο την εποχή που οι Ρωμαίοι άρχισαν να παρεμβαίνουν στα ελληνικά πράγματα. Σύμφωνα με τον ποιητή οι Δαύνιοι κάτοικοι της Απουλίας είχαν στήσει ιερό της Κασσάνδρας κοντά στη λίμνη Σάλπη. Εκεί προσέφευγαν ικέτιδες οι κόρες που δεν ήθελαν για συζύγους τους άνδρες με τους οποίους τις είχαν αρραβωνιάσει και προτιμούσαν να μείνουν ανύπαντρες παρά να περάσουν τη ζωή τους με άνδρα άσχημο ή από ταπεινή γενιά· ντύνονταν στα μαύρα και άλειφαν το πρόσωπό τους με κίτρινο χρώμα. (Εικ. 138139140141)

ΛΑΟΚΟΩΝ


O Λαοκόων, γιος του Κάπη ή του Αντήνορα ή του Πριάμου ή του Ακοίτη, ήταν ένας από τους Τρώες ιερείς του Θυμβραίου Απόλλωνα. Από τη σύζυγό του Αντιόπη απέκτησε δύο παιδιά, τον Έθρωνα και τον Μέλανθο ή τον Αντιφάντα και τον Θυμβραίο. Ο Λαοκόων είχε διαπράξει ιεροσυλία, επειδή είχε έρθει σε σωματική επαφή με τη σύζυγό του μπροστά στο είδωλο του θεού του στον ναό.

Μικρή είναι η παρουσία του Λαοκόωντα στον Τρωικό πόλεμο, κυρίως προς το τέλος του και ειδικότερα σε σχέση με τον Δούρειο ίππο. Ο Λαοκόων προσπάθησε να αποτρέψει τους Τρώες από το να βάλουν το άλογο μέσα στην πόλη της Τροίας, γκρεμίζοντας ένα μέρος των τειχών τους. Μάλιστα, πέταξε ένα ακόντιο στα πλευρά του αλόγου, ώστε από τον ήχο να καταστεί σαφές ότι το άλογο ήταν κούφιο και ότι μπορεί να περιείχε επικίνδυνο «υλικό». Στην Αινειάδα, ο Βιργίλιος βάζει τον Λαοκόωντα να λέει: «Equo ne credite, Teucri / Quidquid id est, timeo Danaos et dona ferentes», δηλαδή «Μην εμπιστεύεστε το άλογο, Τρώες. / Οτιδήποτε κι αν είναι, φοβάμαι τους Έλληνες ακόμα κι όταν φέρνουν δώρα» (Βργ., Αιν 2.48). Οι Τρώες δεν άκουσαν τον ιερέα τους και έβαλαν το άλογο μέσα στην πόλη. Μάλιστα, «διαπιστώνοντας» ότι οι Αχαιοί είχαν αποπλεύσει για τις πατρίδες τους παραιτούμενοι από τον πόλεμο, κάλεσαν τον Λαοκόωντα, αν και ιερέας του Απόλλωνα, να τελέσει τη θυσία προς τον Ποσειδώνα για να ξεσηκωθούν θύελλες που θα κατέστρεφαν τα πλοία των Αχαιών. Ο λόγος που οι Τρώες δεν είχαν ιερέα του Ποσειδώνα ήταν γιατί τον είχαν λιθοβολήσει στην αρχή του πολέμου, καθώς δεν είχε αποτρέψει με θυσίες την εισβολή.

Την ώρα που ο ιερέας θυσίαζε ένα μεγάλο ταύρο στον Ποσειδώνα, δύο τεράστια φίδια βγήκαν από τη θάλασσα και τύλιξαν τα σώματα των γιων του μέχρι που εκείνοι πέθαναν, το ίδιο και ο Λαοκόων. Τα φίδια στη συνέχεια μπήκαν στον ναό της ακρόπολης της Τροίας και κουλουριάστηκαν στα πόδια του αγάλματος της Αθηνάς. (Εικ. 142143144145146147148149150151152153154) Η παράδοση μνημονεύει ακόμη και τα ονόματα των δύο φιδιών: λέγονταν Όρκη (ή Πόρκη) και Χαρίβοια, και είχαν έρθει στην Τροία κολυμπώντας από τις Καλύδνες νήσους, το νησιώτικο σύμπλεγμα της Καλύμνου, της Νισύρου, της Κάρπαθου, της Κάσου και της Κως (Ιλ. B 266-7). Οι Τρώες θεώρησαν τον θάνατο του Λαοκόωντα τιμωρία από τους θεούς για την ασέβειά του να μη δεχτούν το άγαλμα της θεάς Αθηνάς μέσα στην πόλη και επειδή το χτύπησε με το ακόντιό του. Δεν γνώριζαν την άλλη ασέβεια που είχε διαπράξει ο Λαοκόων μέσα στον ναό του θεού με την γυναίκα του Αντιόπη. Η χρονική συγκυρία οδήγησε σε παρερμηνείες.

Κατά τον βυζαντινό ανθολόγο Ιωάννη Τζέτζη, η θανάτωση του Λαοκόωντα και των γιων του έγινε μέσα στον ναό του Θυμβραίου Απόλλωνος, ενώ σύμφωνα με λιγότερο αποδεκτή παράδοση, ο πατέρας διασώθηκε και θρήνησε τα παιδιά του.

Το επεισόδιο του θανάτου του Λαοκόωντος απετέλεσε το θέμα της χαμένης τραγωδίας του Σοφοκλέους Λαοκόων, και αυτό παρέστησαν οι Ρόδιοι γλύπτες Αγήσανδρος, Αθηνόδωρος και Πολύδωρος σε μεγάλο μαρμάρινο γλυπτό σύμπλεγμα με τον Λαοκόωντα και τους δυο γιους του. Το σύμπλεγμα αυτό αποτέλεσε τη βάση, ή το μέσο, για την ανάπτυξη αισθητικών θεωριών από τον γερμανό στοχαστή Gotthold Ephtaim Lessing.

ΜΑΝΤΩ


Η Μαντώ ήταν κόρη του περίφημου μάντη της Θήβας Τειρεσία, αδελφή της Ιστορίδος. Το όνομα της μητέρας τους δεν είναι γνωστό. Παιδιά της από τον Αλκμαίωνα θεωρούνταν ο Αμφίλοχος ο νεότερος και η Τισιφόνη, ο μάντης Μόψος από τον κρητικό Ράκιο ή από τον ίδιο τον θεό της μαντικής Απόλλωνα, και η Παμφυλία. (Εικ. 155)

Η Μαντώ ήταν, όπως μαρτυρεί και το όνομά της, προικισμένη με το χάρισμα της μαντικής τέχνης που είχε και ο πατέρας της. Αρχικά ζούσε στη Θήβα, ιέρεια του Απόλλωνα Ισμηνίου, στο ιερό του οποίου στη Θήβα σωζόταν την εποχή του Παυσανία ο λίθινος δίφρος της Μαντώς, ακριβώς μπροστά από τον ναό (Παυσ. 9.10.3. ). Ήταν συνοδός του τυφλού πατέρα της, ρόλο που τον κράτησε μέχρι τον θάνατο του μάντη στην Αλίαρτο μετά την άλωση της Θήβας από τους Επιγόνους, τους μυθικούς γιους των Επτά επί Θήβας, οι οποίοι δέκα χρόνια μετά την ήττα των πατέρων τους, επιτέθηκαν στη Θήβα για να εκδικηθούν τοn θάνατό τους. Πρόκειται για τους Αιγιαλέα, Θέρσανδρο, Διομήδη, Σθένελο, Πρόμαχο, Ευρύαλο, Αμφίλοχο και Αλκμέωνα. Νίκησαν τους Θηβαίους και λεηλάτησαν την πόλη. Πριν ακόμη οι Αργείοι καταλάβουν την πόλη, είχαν υποσχεθεί στον Απόλλωνα να του αφιερώσουν τα καλύτερα λάφυρα. Η Μαντώ, μαζί με άλλους Θηβαίους αιχμαλώτους, θεωρήθηκε κάτι το ξεχωριστό, γι’ αυτό και την οδήγησαν στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς, όπου υπηρέτησε ως ιέρεια και μάντισσα. Ο Διόδωρος Σικελιώτης την αναφέρει ως Δάφνη και Σίβυλλα, χαρακτηρίζοντάς την εξαίρετη μάντισσα. Προσθέτει επίσης ότι πολλούς από τους χρησμούς της χρησιμοποίησε στην ποίησή του ο Όμηρος –παρ᾽ ἧς φασι καὶ τὸν ποιητὴν Ὅμηρον πολλὰ τῶν ἐπῶν σφετερισάμενον κοσμῆσαι τὴν ἰδίαν ποίησιν (Διόδ. Σ. 4.66.5-6.).

Οι παραδόσεις θέλουν τη Μαντώ να αναχωρεί για την Κολοφώνα της Μ. Ασίας είτε ύστερα από γάμο είτε οδηγώντας Θηβαίους αιχμαλώτους. Και στις δύο περιπτώσεις στον μύθο της εμπλέκεται και το κρητικό στοιχείο. Πιο συγκεκριμένα οι δύο παραδόσεις αφηγούνται τα εξής:

  1. Η Μαντώ πήρε χρησμό να νυμφευτεί τον πρώτο άντρα που θα συναντούσε βγαίνοντας από τον ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Αυτός ήταν ο Μυκηναίος ή Κρητικός Ράκιος, τον οποίο και ακολούθησε στην Κολοφώνα.
  2. Η Μαντώ πήρε χρησμό να οδηγήσει τους Θηβαίους αιχμαλώτους από τους Δελφούς στα μικρασιατικά παράλια, στην περιοχή της Κολοφώνας. Όταν έφθασαν κοντά στην Κλάρο, τους συνέλαβαν Κρήτες που είχαν ιδρύσει εκεί δική τους αποικία και τους οδήγησαν στον αρχηγό τους, τον Ράκιο. Ο τελευταίος δέχτηκε να εγκαταστήσει στην περιοχή τους εξόριστους Θηβαίους και νυμφεύτηκε τη Μαντώ. Από το γάμο αυτό γεννήθηκε ο μάντης Μόψος, αν και σύμφωνα με άλλους αρχαίους συγγραφείς πατέρας του Μόψου ήταν ο ίδιος ο Απόλλωνας, και η Παμφυλία – για την κόρη αυτή μαρτυρεί ο Στέφανος Βυζάντιος αιτιολογώντας το όνομα της ομώνυμης χώρας στα σύνορα με την Ισαυρία (Εθνικά, λ.Παμφυλία).

Ο μύθος θέλει τη Μαντώ να ιδρύει το περίφημο μαντικό ιερό του Απόλλωνα στην Κλάρο. Λεγόταν μάλιστα ότι η Κλάρος πήρε το όνομά της από το κλάμα της Μαντώς για τη χαμένη της πατρίδα Θήβα ή από τα κλαριά, μια και η έδρα του Απόλλωνα λεγόταν ἀμπελόσεσσα Κλάρος παραπέμποντας έτσι σε δενδρολατρεία. Υπήρχε και κρήνη, για την οποία διηγούνταν ότι είχε δημιουργηθεί από τα δάκρυά της και η οποία έπαιζε σημαντικό ρόλο στη μαντεία. Μια πιο ρεαλιστική αφήγηση θέλει το νερό της κρήνης να σχηματίζεται από σταλακτίτες που έσταζαν, μια και ο χώρος άσκησης της μαντικής ήταν υπόγειος θόλος. Από αυτό όποιος έπινε γινόταν ένθεος και θεσπιωδός, αποκτούσε δηλαδή μαντικές ικανότητες και έδινε έμμετρους χρησμούς· όμως πλήρωνε βαρύ τίμημα, γιατί η ζωή του γινόταν πιο σύντομη (Πλ., Nat. Hist. 2.232, Τάκ., Ann. 54).

Κορινθιακή παραλλαγή του μύθου της, που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της αποικιακής πολιτικής της Κορίνθου, θέλει τη Μαντώ μετά την άλωση της Θήβας να νυμφεύεται τον ηγέτη των Επιγόνων Αλκμαίωνα, από τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, τον Αμφίλοχο (άλλος από τον ομώνυμο ομηρικό ήρωα) και την εξαιρετικής ομορφιάς Τισιφόνη. Ο Αλκμαίων εμπιστεύτηκε την ανατροφή των παιδιών του στο βασιλιά της Κορίνθου Κρέοντα.

Ο Βιργίλιος πάλι θέλει τη Μαντώ να καταφεύγει μετά την άλωση της Θήβας στην Ιταλία. Εκεί απέκτησε από τον ποταμό Τίβερη ένα γιο, τον Άοκνο ή Όκνο (λατιν. Aucnus ή Ocnus), ο οποίος ίδρυσε στην Ιταλία την πόλη Μάντουα, προς τιμή της μητέρας του (Αιν. 198 κ.ε.). Είναι όμως αβέβαιο αν η Μαντώ που έδρασε στην Ιταλία ταυτίζεται με την κόρη του Τειρεσία, αν τελικά πρόκειται για μία ή για δύο διαφορετικές μορφές της μυθολογίας.

ΜΕΛΑΜΠΟΔΑΣ


Καταγωγή – Μαντικές και άλλες ικανότητες

Ο Αμυθάων, λοιπόν, [γιος του Κρηθέα, που ίδρυσε την Ιωλκό, και της Τηρώς] εγκαταστάθηκε στην Πύλο και παντρεύτηκε την Ειδομένη, κόρη του Φέρητα, που του χάρισε δύο αγόρια, τον Βίαντα και τον Μελάμποδα· αυτός ο τελευταίος ζούσε στους αγρούς και μπροστά στο σπίτι του υπήρχε μια βαλανιδιά που πάνω της ήταν μια φιδοφωλιά· όταν οι υπηρέτες σκότωσαν τα φίδια, αυτός μάζεψε ξύλα κι έκαψε τα ερπετά, κράτησε όμως και έθρεψε τα φιδάκια. Όταν αυτά μεγάλωσαν, κάποια φορά, την ώρα που αυτός κοιμόταν, στάθηκαν στο πλάι πάνω από τους δυο του ώμους, και καθάριζαν τ’ αυτιά του με τη γλώσσα τους. Αυτός πετάχτηκε πάνω και στάθηκε έντρομος, καθώς καταλάβαινε τις φωνές των πουλιών που πετούσαν από πάνω του, και μαθαίνοντας από αυτά τα μελλούμενα τα προέλεγε στους ανθρώπους. Απέκτησε μάλιστα και την ικανότητα να μαντεύει από τα σφάγια, κι όταν κάποτε συνάντησε τον Απόλλωνα στην περιοχή του Αλφειού, έγινε ύστερα άριστος μάντις. (Απολλόδωρος 1.97)

Και ενώ με τις ικανότητές του αυτές ο Μελάμποδας σχετίζεται με τον θεό της μαντικής Απόλλωνα, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο διέδωσε στους Έλληνες το όνομα του Διόνυσου και τον τρόπο της λατρείας του (Ηρ. 2.49.1-3).

Μελάμποδας, Φύλακος και Ίφικλος

Ο Βίας ήθελε την Πηρώ, κόρη του Νηλέα· αυτός, επειδή πολλοί ζητούσαν την κόρη του σε γάμο, είπε ότι θα τη δώσει σ’ αυτόν που θα του φέρει τις αγελάδες του Ίφικλου. Αυτές βρίσκονταν στη Φυλάκη και τις φύλαγε ένα σκυλί τόσο καλά που ούτε άνθρωπος ούτε ζώο μπορούσε να τις πλησιάσει. Επειδή ο Βίας δεν μπορούσε να κλέψει μόνος του τις αγελάδες, παρακάλεσε τον αδελφό του να τον βοηθήσει. Ο Μελάμποδας του το υποσχέθηκε, προέβλεψε μάλιστα ότι θα πιαστεί την ώρα της κλοπής και ότι, αφού φυλακιστεί για ένα χρόνο, τότε μόνο θα πάρει τις αγελάδες. Έδωσε τον λόγο του και έφυγε για τη Φυλάκη [στη θεσσαλική Φθιώτιδα] και, όπως το είχε προβλέψει, πιάστηκε επ’ αυτοφώρω και φυλακίστηκε. Κι ενώ υπολειπόταν λίγος ακόμη καιρός για να συμπληρωθεί ο χρόνος, άκουσε τα σκουλήκια, που ήταν κρυμμένα στη στέγη, ένα να ρωτά πόσο μέρος του δοκαριού έχει ήδη διαβρωθεί, άλλα να απαντούν ότι έμενε λίγο ακόμη. Αμέσως λοιπόν ζήτησε να τον μεταφέρουν σε άλλη φυλακή και λίγο μετά τη μεταφορά του έπεσε το οίκημα. Απόρησε ο Φύλακος και όταν έμαθε ότι ήταν άριστος μάντης, τον ελευθέρωσε και τον παρακάλεσε να του φανερώσει με ποιον τρόπο ο γιος του Ίφικλος θα μπορούσε να αποκτήσει παιδιά. Και αυτός το υποσχέθηκε με τον όρο να πάρει τις αγελάδες. Και αφού θυσίασε δύο ταύρους και τους έκοψε σε κομμάτια, κάλεσε τα μαντικά πουλιά. Όταν έφτασε ο γυπαετός, από αυτόν έμαθε ότι ο Φύλακος, όταν κάποτε ευνούχιζε κριάρια, άφησε δίπλα στον Ίφικλο το μαχαίρι που ήταν ακόμη ματωμένο, και καθώς το παιδί τρόμαξε και το ‘βαλε στα πόδια, το έμπηξε στη συνέχεια στον κορμό της ιερής βαλανιδιάς, που η φλούδα της το αγκάλιασε και το σκέπασε. Έλεγε, λοιπόν, ο γύπας ότι, αν βρεθεί το μαχαίρι, ξύσουν τη σκουριά και τη δίνουν στον Ίφικλο για δέκα μέρες να την πίνει, θα γεννήσει γιο. Αφού έμαθε ο Μελάμποδας αυτά από τον γυπαετό, βρήκε το μαχαίρι, έξυσε τη σκουριά και την έδωσε στον Ίφικλο να την πίνει για δέκα μέρες· και εκείνος απέκτησε ένα γιο, τον Ποδάρκη. Και τις αγελάδες τις οδήγησε στην Πύλο, ύστερα πήρε την κόρη του Νηλέα και την έδωσε στον αδελφό του. Και για αρκετό καιρό κατοικούσε στη Μεσσήνη… (Απολλόδωρος 1.98-102)

Μελάμποδας και Προιτίδες

Ο Προίτος κάλεσε τον Μελάμποδα στην Τίρυνθα, για να γιατρέψει από την τρέλα τις τρεις κόρες του Ιφινόη, Λυσίππη και Ιφιάνασσα. Αυτές, είτε επειδή προσέβαλαν το Διόνυσο είτε επειδή είχαν προκαλέσει την οργή της Ήρας, είχαν χάσει τα λογικά τους και έτρεχαν στα βουνά δέσμιες της τρέλας. Ο Μελάμποδας, που γνώριζε τη λατρεία του Διόνυσου και ήταν ο πρώτος που ανακάτεψε το κρασί με νερό, προσφέρθηκε να τις γιατρέψει με αντάλλαγμα το ένα τρίτο του βασιλείου, όμως ο Προίτος θεώρησε υπερβολική την απαίτηση του μάντη. Όμως το κακό εξαπλώθηκε σε μεγάλο μέρος των Αργείων γυναικών, οι οποίες σκότωναν τα παιδιά τους, εγκατέλειπαν τις εστίες τους και έφευγαν τρελαμένες στα βουνά, όπου διαμέλιζαν ζώα και τα καταβρόχθιζαν ωμά. Μετά από νέα παράκληση του Προίτου ο Μελάμποδας δέχτηκε να διώξει το κακό, αλλά αυτή τη φορά ζήτησε τα δυο τρίτα του βασιλείου, το ένα για τον ίδιο και το άλλο για τον αδελφό του Βίαντα.

Συνοδευόμενος κι από άλλους άνδρες, ο Μελάμποδας κυνήγησε στη Σικυώνα τις Αργείες γυναίκες που προσπαθούσαν να διαφύγουν. Εκεί η Ιφινόη, μια από τις κόρες του Προίτου, εξαντλημένη έχασε τη ζωή της· η καταδίωξη συνεχίστηκε έπειτα προς την οροσειρά των Αροανίων. Εκεί τις βρήκε ο μάντης και τις οδήγησε στην τοποθεσία Λουσοί, όπου με εξαγνισμούς και μυστικές τελετές κατόρθωσε να τις γιατρέψει από την τρέλα. Στον Άνιγρο ποταμό της Πελοποννήσου, ΝΔ της Ολυμπίας, πέταξε ο Μελάμποδας τα αντικείμενα που χρησιμοποίησε για τον εξαγνισμό των θυγατέρων του Προίτου. Από τότε, από τα νερά του ποταμού αναδύεται μια άσχημη μυρωδιά. Σύμφωνα με τη μαρτυρία ορισμένων συγγραφέων, η ίαση των Προιτίδων στους Λουσούς ήταν άμεση ενέργεια της Άρτεμης. (Εικ. 156, 157158)

Μετά από αυτό, ο Προίτος πάντρεψε την Ιφιάνασσα με τον Μελάμποδα και τη Λυσίππη με τον αδελφό του μάντη, τον Βίαντα. Έτσι ανέβηκαν και οι δυο στους θρόνους που τους είχε υποσχεθεί ο Προίτος. (Απολλόδωρος 2.2.2 κ.ε.)

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Μελάμποδας είχε για σύζυγό του την Ιφιάνειρα, κόρη του βασιλιά του Άργους Μεγαπένθη.

Μελάμπους και Αλέα/Αθηνά

Στην Αλέα υπήρχε ναός της Αθηνάς, τον βωμό του οποίου έφτιαξε, σύμφωνα με την παράδοση, ο Μελάμποδας. Σ’ αυτόν παριστάνονταν η Ρέα και η Νύμφη Οινόη να κρατούν τον Δία μωρό. Η τοπική θεότητα Αλέα, που εξομοιώθηκε μετά με τη θεά Αθηνά, φαίνεται ότι είχε θεραπευτικές ιδιότητες. Έτσι εξηγείται ίσως η σχέση της με τον Μελάμποδα και η παρουσία στον ναό της αγαλμάτων του Ασκληπιού και της Υγείας που είχε φιλοτεχνήσει ο Σκόπας.

ΜΕΡΟΠΑΣ


Ο Μέροψ ήταν μάντης και βασιλιάς της πόλεως Περκώτης στον Ελλήσποντο, βόρεια της Τροίας. Απέκτησε τέσσερα παιδιά, δύο κορίτσια, την ἐυπλόκαμο Κλείτη και την Αρίσβη, και δύο αγόρια, τον Άδραστο και τον Άμφιο, που πολέμησαν στην Τροία ως σύμμαχοι των Τρώων εναντίον των Αχαιών. Ο πατέρας τους τους είχε ικετεύσει να μην πάρουν μέρος στον πόλεμο, γιατί είχε προβλέψει τον θάνατό τους, όμως εκείνοι αρνήθηκαν και τελικά σκοτώθηκαν από τον Διομήδη. Η κόρη του Κλείτη παντρεύτηκε τον Κύζικο και η Αρίσβη υπήρξε η πρώτη σύζυγος του Πρίαμου. Από την ένωσή τους γεννήθηκε ένας γιος, ο Αίσακος, στον οποίο ο Μέροπας δίδαξε τη μαντική τέχνη. Ο Αίσακος προέβλεψε την καταστροφή της Τροίας.

ΜΟΨΟΣ


Καταγωγή

Ο Μόψος θεωρείται γιος της Θηβαίας ιέρειας Μαντώς, που είχε προφητικές ικανότητες, κόρης του μάντη Τειρεσία (Στρ. 9.522). Και στον Μόψο, όπως και σε άλλους ήρωες, αποδίδονται δύο πατεράδες, ένας θεϊκός και ένας θνητός. Οι αρχαιότεροι συγγραφείς αναφέρουν τον Απόλλωνα ως θεϊκό πατέρα, με τον οποίο και το μαντείο του στους Δελφούς ούτως ή άλλως σχετίζεται μυθολογικά η μητέρα του Μαντώ, είτε γιατί κατέφυγε στους Δελφούς πριν οι Επίγονοι κυριεύσουν τη γενέθλια πόλη της ή γιατί αφιερώθηκε στον θεό από τους ίδιους τους κατακτητές. Η καταγωγή αυτή εντάσσει τον Μόψο στη μεγάλη οικογένεια των μάντεων, μάντης ο ίδιος από μητέρα, πατέρα και παππού.

Θνητός πατέρας του είναι ο Μυκηναίος Ράκιος τον οποίο η Μαντώ γνώρισε στους Δελφούς και με τον οποίο έφυγε για την Κλάρο· ή ο κρητικός Ράκιος που η Μαντώ συνάντησε στην περιοχή της Κλάρου και στον οποίο την οδήγησαν Κρήτες πειρατές που την απήγαγαν στον δρόμο για την Κλάρο. (Βλ. Μαντώ)

Λεγόταν ότι ο Μόψος απέκτησε τρεις κόρες, τη Ρόδο, τη Μηλιάδα και την Παμφυλία, η οποία ενίοτε αναφέρεται και ως αδελφή του. Δεν είναι γνωστό το όνομα της μητέρας των παιδιών του.

 

Μόψος και Κάλχας: Η διαμάχη για τη μαντική

Σύμφωνα με μια προφητεία, ίσως από τον Έλενο, ο Κάλχας θα πέθαινε αν θα συναντούσε μάντη ανώτερό του. Ο Κάλχας βρέθηκε στην Κλάρο, ή στην Κολοφώνα, μετά την καταστροφή της Τροίας. Εκεί συνάντησε τον Μόψο, και σύμφωνα με τον Ησίοδο, τον ρώτησε πόσα σύκα είχε μια αγριοσυκιά που φύτρωνε εκεί. Εκείνος απάντησε «δέκα χιλιάδες», δίνοντας και το βάρος τους σε μεδίμνους παρά ένα σύκο που διευκρίνισε ότι δεν το συνυπολόγισε για να βγει ακριβής η μέτρηση. Ο Φερεκύδης παραδίδει ότι η ερώτηση δεν αφορούσε αγριοσυκιά αλλά μια έγκυο γουρούνα, για την οποία ο Κάλχας είπε ότι κυοφορούσε οκτώ μικρά, όλα αρσενικά και ότι θα γεννούσε την έκτη ώρα της επόμενης μέρας. Ο Μόψος ήταν εκείνος που έδωσε τη σωστή απάντηση λέγοντας ότι το ζώο κυοφορούσε εννέα γουρουνάκια, από τα οποία το ένα ήταν θηλυκό. Σύμφωνα με το γεωγράφο Στράβωνα, άλλοι συγγραφείς συνδέουν τις δύο αυτές παραδόσεις. Ο Απολλόδωρος, για παράδειγμα, αναφέρει ότι ο Κάλχας ρώτησε το Μόψο για τα σύκα και ο Μόψος τον Κάλχα για τη γουρούνα. Ο Μόψος πέτυχε τη σωστή απάντηση, ενώ ο Κάλχας έχασε και πέθανε από θλίψη. Ο Κόνων συμφωνεί ότι η διαφωνία ξεκίνησε στην Κολοφώνα, αλλά προτείνει ένα διαφορετικό τέλος, το οποίο έγινε στη Λυκία. Λέει λοιπόν ότι ο τοπικός βασιλιάς Αμφίμαχος της Λυκίας ρώτησε τους δύο μάντεις για την έκβαση της στρατιωτικής εκστρατείας που σχεδίαζε. Ο Κάλχας πρόβλεψε μια λαμπρή νίκη, ενώ ο Μόψος προσπάθησε να αποτρέψει το βασιλιά από το εγχείρημα αυτό. Ο Αμφίμαχος νικήθηκε, η φήμη του Μόψου εξαπλώθηκε, ενώ ο Κάλχας αυτοκτόνησε από απελπισία. Τέλος, ο Στράβων μαρτυρεί ότι ο Σοφοκλής στη διεκδίκηση της Ελένης τοποθετούσε τη μονομαχία στην Κιλικία.

 

Μόψος ο οικιστής: Η διαμάχη για την εξουσία

Ο Μόψος αναφέρεται ως οικιστής πόλεων κυρίως στη νότια Μικρά Ασία. Της Κολοφώνας πρωτίστως, απ’ όπου εκδίωξε καταρχάς τους ντόπιους Κάρες. Μετά τη νίκη του επί του Κάλχα και τον θάνατο του μάντη, ο Μόψος οδήγησε στην Παμφυλία αυτούς που είχαν αποχωρήσει μαζί με τον Κάλχα από την Τροία μετά την άλωσή της και τον ακολουθούσαν. Κάποιοι έμειναν εκεί, άλλοι, ακολουθώντας τον Μόψο, διέσχισαν το όρος Ταύρος και εγκαταστάθηκαν στην Κιλικία, τη Συρία και τη Φοινίκη. (Εικ. 159)

Στην περιοχή της Κιλικίας, ο Μόψος ίδρυσε τη Μαλλό από κοινού με τον Αμφίλοχο, γιο του Αμφιάραου, που προηγουμένως είχε ακολουθήσει τον Κάλχα. (Εικ. 3839) Σε αυτόν έμεινε η εξουσία, όταν ο Αμφίλοχος έφυγε για να επιστρέψει στην πατρίδα του, και αρνήθηκε να τη μοιραστεί, όταν ο Αμφίλοχος επέστρεψε στη Μαλλό. Ακολούθησε μονομαχία στην οποία πέθαναν και οι δύο. Πηγές αναφέρουν ότι ο τάφος του Μόψου βρισκόταν κοντά στην κιλικική πόλη Μάγαρσο, κοντά στον ποταμό Πύραμο. Όχι μακριά από εκεί, ούτε όμως και σε άμεση θέα, βρίσκεται ο τάφος του Αμφιλόχου.

Όπως για πολλούς περιπλανώμενους ήρωες, οι αρχαίοι πίστευαν ότι και ο Μόψος, στον δρόμο προς τη Μαλλό, είχε ιδρύσει πολλές πόλεις. (Εικ. 160161) Ο Στράβωνας και ο Θεόπομπος αναφέρουν την κιλικική πόλη Μοψουεστία (=σπίτι ή ναός του Μόψου), από την οποία νομίσματα του 1ου αι. π.Χ. έφεραν παράσταση του Μόψου και ενός ναού. Ο Πλίνιος λέει ότι ολόκληρη η Παμφυλία (ίσως από την κόρη του Μόψου Παμφυλία) είχε ονομαστεί κάποτε Μοψοπία. Ο Θεόπομπος παραδίδει ότι η πόλη της Ρόδου πήρε το όνομα της μίας από τις τρεις κόρες του. Οι ιστορικοί Αθήναιος και Πομπώνιος Μέλας αναφέρουν τον διάσημο μάντη ως οικιστή της Φασήλιδος.

 

Μόψος και Μόψος

Συχνά ο Θηβαίος Μόψος συγχέεται με τον Θεσσαλό μάντη Μόψο που πήρε μέρος στα άθλα επί Πελία, στην Αργοναυτική εκστρατεία, (Εικ. 7980) στο κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου, (Εικ. 162) αν και ο τελευταίος θεωρείται γιος του Άμπυκου και συνήθως αναφέρεται ως Λαπίθης. Ο αργοναύτης Μόψος παραδίδεται ότι πέθανε κατά τη διάρκεια της εκστρατείας στη Λιβύη από τσίμπημα φιδιού. Είναι ο επώνυμος ήρωας της πόλης Μόψιον στους δυτικούς πρόποδες της Όσσας. (Εικ. 163) Ρωμαϊκές πηγές επεσήμαιναν τις εθνικές, γενεαλογικές και χρονολογικές διαφορές μεταξύ των δύο ομώνυμων ηρώων και μάντεων, ωστόσο δεν είναι απίθανο να μην ήταν σαφώς διαχωρισμένοι πριν από τον 5ο αι. π.Χ. Πάντως, η σύγχυση οφείλεται στις παράλληλες δράσεις των δύο ανδρών: και οι δυο μάντεις, και οι δυο ήρωες συμμέτοχοι σε εκστρατείες, και οι δυο οικιστές.

ΤΕΛΟΣ Β’ ΜΕΡΟΥΣ

της Δήμητρας Μήττα

Source link