in

Οι Μάντεις της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας – Γ’ Μέρος

ΟΙΝΩΝΗ


Νέος ο Πάρης, ερωτεύθηκε την Οινώνη, μια Νύμφη της Ίδης. Πατέρας της ήταν ο Κεβρηνός (ποτάμιος θεός, παραπόταμος του Σκάμανδρου) ή ο Οινέας και η ίδια είχε το χάρισμα της μαντικής και της γνώσης των ιαματικών βοτάνων, ιδιότητες που της έδωσε ο Απόλλωνας ως έπαθλο για την παρθενία της. Με την Οινώνη ο Πάρης απέκτησε ένα γιο, τον Κόρυθο, την εγκατέλειψε όμως για την Ελένη. Η Οινώνη τον προειδοποίησε για την εξέλιξη:

 

Αυτή κατείχε τη μαντική από τη Ρέα και προειδοποιούσε τον Αλέξανδρο να μην κάνει πανιά για την Ελένη. Επειδή δεν τον έπειθε, του είπε σε περίπτωση που τραυματισθεί να καταφύγει σε αυτήν· γιατί μόνο αυτή μπορούσε να τον θεραπεύσει. Όταν αυτός άρπαξε την Ελένη από τη Σπάρτη και η Τροία βρισκόταν σε πόλεμο, τραυματισμένος από τον Φιλοκτήτη με τα τόξα του Ηρακλή, επέστρεψε στην Οινώνη, στην Ίδη. Αυτή όμως, από μνησικακία, αρνήθηκε να τον θεραπεύσει. Ο Αλέξανδρος, λοιπόν, την ώρα που μεταφερόταν στην Τροία, πέθανε, ενώ η Οινώνη, μετανιωμένη, έφερε τα φάρμακα που θα τον θεράπευαν, τον βρήκε όμως νεκρό και κρεμάστηκε. (Απολλόδωρος 3.12)

 

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, όταν ο Πάρης τραυματίσθηκε θανάσιμα από τον Φιλοκτήτη προς το τέλος του πολέμου, ήταν η Ελένη που πήγε στο όρος Ίδη να ικετεύσει την Οινώνη να τον γιατρέψει. Η Οινώνη αρνήθηκε, η Ελένη επέστρεψε άπραγη στην Τροία, ο Πάρης πέθανε την ίδια μέρα και η Νύμφη της Ίδης, μετανιωμένη, έπεσε στη νεκρική πυρά. Νωρίτερα ο Πάρης είχε σκοτώσει τον γιο που είχαν αποκτήσει μαζί, τον Κόρυθο, γιατί, ωραιότερος από τον πατέρα του, τον ερωτεύτηκε η Ελένη και τον κάλεσε στους θαλάμους της (Παρθέν., Ερωτ. Παθ. 34 και Ελλάνικος 1a,4,F.29.2-1a,4,F.29.6). Οινώνη και Πάρης θάφτηκαν μαζί στην τρωική Κεβρήνη. (Εικ. 164165166167168171172173)

Στην πιο εκτεταμένη αφήγηση του μύθου, στα Μεθ’ Όμηρον του Κόιντου Σμυρναίου, ο ίδιος ο Πάρης πήγε στο βουνό για να παρακαλέσει την Οινώνη να τον γιατρέψει· μετά την άρνησή της πέθανε στους πρόποδες του βουνού κατά την επιστροφή του.

Ο Οβίδιος περιλαμβάνει ένα φανταστικό γράμμα της Οινώνης προς τον Πάρι στη συλλογή του Ηρωίδες. Στην ίδια αυτή επιστολή, την Πέμπτη, ο Πάρης εμφανίζεται τόσο ερωτευμένος με την Οινώνη που χαράζει το όνομά της στα δέντρα. (Εικ. 169170,) [6]

 

6 Για την Οινώνη των Ηρωίδων του Οβιδίου βλ. τη διατριβή της Ειρήνης Μητούση «De genere: Φύλο και γένος στις Ηρωίδες του Οβιδίου», Θεσσαλονίκη 2007, σ. 133-155 και, δευτερευόντως, σε μια σύγκριση της Φαίδρας με την Οινώνη, σ. 114-133.

ΠΙΤΘΕΑΣ


Ο Πιτθέας ήταν γιος του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας (ή της Δίας), αδελφός του Θυέστη και του Ατρέα. Διαδέχθηκε τον Τροιζήνα στον θρόνο της ομώνυμης πόλης, όπου λεγόταν ότι ίδρυσε τον αρχαιότερο ναό στον ελληνικό χώρο, αφιερωμένο στον Θεάριο Απόλλωνα. Φημιζόταν για τη μαντική του τέχνη, για τη σοφία και την ευγλωττία του. Θεωρούνταν, μάλιστα, ο πρώτος διδάξας τη ρητορική τέχνη, για την οποία είχε αφήσει και σύγγραμμα. Σε αυτόν αποδίδονταν τα ρητά μηδέν ἄγαν (αντί στον Χίλωνα) και μὴ δικάσῃς πρὶν ἀμφοῖν τὸν μῦθον ἀκούσῃς.

Φίλος του ήταν ο βασιλιάς των Αθηνών Αιγέας, τον οποίο φιλοξένησε μια φορά. Τότε ο Αιγέας του ανέφερε τον δυσνόητο χρησμό που είχε πάρει από το Μαντείο των Δελφών και που έλεγε: «Μη λύσεις, εσύ, ο άριστος, των ανθρώπων, το στόμιο ασκού κρασιού, πριν φτάσεις στο υψηλότερο μέρος της Αθήνας». Ο Πιτθέας, κατανοώντας το νόημα, μέθυσε τον Αιγέα και τον έριξε στο κρεβάτι της κόρης του Αίθρας, αποσκοπώντας έτσι να γίνει παππούς του διαδόχου του αθηναϊκού θρόνου. Το πρωί, όταν ο Αιγέας συνήλθε από το μεθύσι έχοντας δίπλα του την Αίθρα, την έπεισε να του υποσχεθεί ότι αν αποκτούσε απόγονό του, θα τον μεγάλωνε στην πόλη χωρίς να του φανερώνσει το όνομα του πατέρα του. Πράγματι, γεννήθηκε παιδί που ονομάστηκε Θησέας και μεγάλωσε στο παλάτι του παππού του Πιτθέα, ο οποίος επέβλεψε και την ανατροφή του. Από αυτόν τον παππού προκύπτουν τα δικαιώματα του Θησέα στον θρόνο της Τροιζήνας.

Ο Πιτθέας ανέλαβε να αναθρέψει και τον Ιππόλυτο, τον γιο του Θησέα από την Αμαζόνα Αντιόπη, και να τον προετοιμάσει για τον θρόνο της Τροιζήνας, λύνοντας έτσι ένα πρόβλημα της βίαιης διαδοχής στον θρόνο της Αθήνας, μια και ο Θησέας προέβη σε δεύτερο γάμο με τη Φαίδρα και απέκτησε μαζί της παιδιά. (Εικ. 174)

ΠΟΛΥΕΙΔΟΣ ή ΠΟΛΥΙΔΟΣ


Καταγωγή

Περίφημος μάντης της Κορίνθου από τη γενιά του Μελάμποδα. Από τον γιο του Μελάμποδα Μάντιο γεννήθηκε ο Κλείτος και από εκείνον ο Κοίρανος, ο πατέρας του Πολύ(ε)ιδου. Είναι, δηλαδή, τρισέγγονος του Μελάμποδα. Από την εγγονή του Αυγεία και κόρη του Φυλέα Ευρυδάμεια απέκτησε δυο γιους, τον Ευχήνορα και τον Κλείτο που πήραν μέρος στην εκστρατεία των Επιγόνων και στον Τρωικό πόλεμο.

Άλλη παράδοση, μεγαρική, αλλάζει λίγο τα δεδομένα. Παραμένει γιος του Κοίρανου και απόγονος του Μελάμποδα, παππούς του όμως είναι ο Άβαντας.

 

 

 

Μαντείες και καθαρμοί

  1. Διηγούνταν ότι ο Πολύ(ε)ιδος είχε έρθει στα Μέγαρα, όπου εξάγνισε τον Αλκάθαο από τονφόνοτου γιου του Καλλίπολη, τον οποίο είχε διαπράξει σε κατάσταση σύγχυσης και παρερμηνεύοντας τη συμπεριφορά του νέου. Στα Μέγαρα έκτισε και ναό στον Διόνυσο.
  2. Προείπε στον γιο του Ευχήνορα ότι μπορούσε να διαλέξει να μείνει στον τόπο τους και να πεθάνει από αρρώστια ή να ακολουθήσει τον Αγαμέμνονα στην Τροία και να πεθάνει εκεί. Ο Ευχήνορας διάλεξε το δεύτερο πεπρωμένο και σκοτώθηκε από τον Πάρη.
  3. Στην Κόρινθο η Άρτεμη σκότωσε άθελά της τον Κεγχρέα, γιο της Πειρήνης. Η μάνα, λόγω των δακρύων που έχυσε θρηνώντας τον χαμό του γιου της, μετατράπηκε τελικά σε πηγή κοντά στην οποία υπάρχει ιερός περίβολος του Απόλλωνα με άγαλμά του. Στην πηγή αυτή κατάφερε ο Βελλεροφόντης να πιάσει τον Πήγασο, την ώρα που έπινε νερό, όπως τον είχε συμβουλεύσει ο Πολύειδος.
  4. Συμβούλευσε τον γιο του Εύρυτου Ίφιτο να πάει στην Τίρυνθα κοντά στον Ηρακλή. Ο Ίφιτος ήταν ο μόνος από τους γιους του Εύρυτου που είχε πάρει το μέρος του Ηρακλή αλλά τελικά σκοτώθηκε από εκείνον σε στιγμή μανίας.
  5. Απάλλαξε τον βασιλιά της Μυσίας Τεύθραντα από την τρέλα του και από ένα είδος λέπρας, με τα οποία τον τιμώρησε η Άρτεμη, γιατί δεν είχε τηρήσει τους κανόνες του κυνηγιού και της ικεσίας.
  6. Ανέστησε τον νεαρό Γλαύκο, γιο του Μίνωα. Ο μύθος του Γλαύκου αντανακλά μια λατρευτική παράδοση για τον θάνατο και την αναγέννηση της ζωής αλλά αποτελεί και αναπαράσταση του τρόπου ταφής και της ταρίχευσης σε πιθάρια, διαπιστωμένα κατά τη μινωική εποχή και γνωστά στους λαούς της Μεσογείου.

Ο μικρός Γλαύκος, κυνηγώντας ένα ποντίκι έπεσε σε ένα πιθάρι με μέλι, πνίγηκε και χάθηκε. Μάντεις ή και ο ίδιος ο Απόλλωνας αποκάλυψαν πού ήταν το πτώμα του παιδιού. Οι Κουρήτες του είπαν πως θα μπορούσε να επαναφέρει στη ζωή το παιδί κάποιος που θα περιέγραφε με τον καλύτερο τρόπο το χρώμα μιας αγελάδας που άλλαζε τρεις φορές την ημέρα, πρώτα γινόταν άσπρη, μετά κόκκινη κι ύστερα μαύρη. Ο Μίνωας συγκέντρωσε τους πιο ικανούς για να δοκιμάσουν να περιγράψουν την αγελάδα και μόνο ο μάντης Πολύ(ε)ιδος από το Άργος κατάφερε να το κάνει με τον πιο πετυχημένο τρόπο: παρομοίωσε το χρώμα της αγελάδας με των μούρων, αρχικά λευκό, μετά κόκκινο και στην πλήρη ωρίμανση μαύρο. Ο Μίνωας ζήτησε από τον μάντη να επαναφέρει στη ζωή τον Γλαύκο, αλλιώς δεν θα έφευγε από την Κρήτη. Τον έκλεισε στον χώρο όπου είχε βρεθεί το παιδί. Ένα φίδι που πλησίασε το σώμα του παιδιού φόβισε τον Πολύιδο ότι θα μπορούσε να το φάει ή με κάποιο τρόπο να το βλάψει, και γι’ αυτό το σκότωσε. Μετά από λίγο εμφανίστηκε ένα δεύτερο φίδι κουβαλώντας στο στόμα του ένα χόρτο με το οποίο άγγιξε το ταίρι του και αυτό αναστήθηκε. Ο Πολύ(ε)ιδος άρπαξε το φυτό, έτριψε το σώμα του παιδιού και έτσι ο Γλαύκος επανήλθε στη ζωή. (Εικ. 175176177178)

Ο Μίνωας επέτρεψε στον μάντη να φύγει, αφού πρώτα μυούσε τον Γλαύκο στην τέχνη της μαντικής. Ο Πολύ(ε)ιδος δίδαξε ό,τι έπρεπε να διδάξει στον νεαρό μαθητή του όμως τον έκανε να τα ξεχάσει όλα, όταν, μπαίνοντας στο καράβι που θα τον έφερνε μακριά του (στο Άργος ή την Κόρινθο), του ζήτησε να φτύσει μέσα στο στόμα του. Ο μύθος θυμίζει την ιστορία του Απόλλωνα και της Κασσάνδρας.

Λεγόταν ότι το μυστικό του βοτανιού που ανέστησε τον Γλαύκο το διαφύλαξε ο Ασκληπιός και ότι το ίδιο το βοτάνι το φύλαξε στο φαρμακείο που είχε από ελεφαντόδοτο. Αυτό το βοτάνι το χρησιμοποίησε, ύστερα από παράκληση της Άρτεμης, για να αναστήσει τον Ιππόλυτο, τον γιο του Θησέα που ερωτεύτηκε η δεύτερη γυναίκα του από την Κρήτη, η Φαίδρα. Εξαιτίας αυτού του έρωτα ο Ιππόλυτος σκοτώθηκε, ενώ η παρέμβαση του Ασκληπιού προκάλεσε αναστάτωση στον κόσμο των θεών, καθώς διαταρασσόταν η αρχή που ήθελε τους ανθρώπους να γεννιούνται και να πεθαίνουν (Παυσ. 2.27.4).

ΠΥΘΙΑ


Η Πυθία δεν είναι κάποια συγκεκριμένη μάντισσα. Περισσότερο είναι τίτλος που δινόταν σε αυτή που κάθε φορά επιλεγόταν να είναι η εκλεκτή του θεού Απόλλωνα. Ο καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας Πάνος Βαλαβάνης γράφει για την Πυθία:

Η Πυθία, η γυναίκα που αποτελούσε το διάμεσο μεταξύ του θεού και των πιστών, δεν ήταν τυχαία. Θα πρέπει να ήταν ένα υπερευαίσθητο πλάσμα, που είχε τη δυνατότητα να περιπίπτει σε κατάσταση καταληπτικής αλλοτρίωσης, όχι μόνο πιστεύοντας ότι επικοινωνεί με τον θεό αλλά πείθοντας και τους άλλους γι’ αυτό. Πιθανότατα οι πρώτες Πυθίες ή κάποια συγκεκριμένη γυναίκα των Δελφών να είχε το χάρισμα αυτό, γεγονός που δημιούργησε την πρώτη φήμη του μαντείου. Άλλωστε, η επιλογή των Πυθιών από το ιερατείο θα πρέπει να σχετιζόταν με την πίστη και την αφοσίωσή τους στη λατρεία του Απόλλωνος, γι’ αυτό και γινόταν μόνο από τη γύρω περιοχή. Ο εκεί πληθυσμός θα πρέπει να διαβιούσε σε ατμόσφαιρα άκρου σεβασμού προς τον θεό. Η βεβαιότητα ότι ο Απόλλων θεωρούσε τη μελλοντική Πυθία εκλεκτή του ασφαλώς θα επηρέαζε την ψυχολογία ορισμένων γυναικών καλλιεργώντας ένα είδος προδιάθεσης για την κατάκτηση του αξιώματος. Δεν είναι απίθανο ακόμη για την επιλογή της νέας Πυθίας να ακολουθούσαν μια διαδικασία όπως αυτή που γίνεται για την επιλογή ενός θρησκευτικού ηγέτη, όπως π.χ. του Δαλάι Λάμα στη θιβετιανή θρησκεία. Να επέλεγαν δηλαδή ένα μικρό κορίτσι, που μεγάλωνε με την αναγκαία θεωρητική και πρακτική διδασκαλία, έτσι ώστε να μπορεί επάξια να αναλάβει υπηρεσία στον ναό, μόλις πέθαινε η προηγούμενη ιέρεια. (Πάνος Βαλαβάνης, «Η ακτινοβολία του Μαντείου των Δελφών», «Η αγωνία της πρόγνωσης», Επτά ημέρες – Η Καθημερινή (28/11/2004).

Πριν τη χρησμοδότηση η Πυθία εξαγνιζόταν με νερό της Κασταλίας πηγής, (Εικ. 45) το ίδιο και ο ναός, οι ιερείς, το προσωπικό του ιερού, οι προσκυνητές. Η Κασταλία της χάριζε και ποιητική/προφητική έμπνευση, όμως η κατεξοχήν προφητική πηγή ήταν η Κασσοτίς που ανάβλυζε μέσα στο άδυτο του ναού. Αρχικά, η Πυθία χρησμοδοτούσε μία φορά τον χρόνο, στα γενέθλια του Απόλλωνα, στις 7 του Βύσιου μήνα. Αργότερα, χρησμοδοτούσε στις 7 κάθε μήνα, εκτός από τους χειμερινούς μήνες που ο Απόλλωνας έλειπε στους Υπερβόρειους ή στην κοιλάδα των Τεμπών. (Εικ. 179180)

ΣΙΒΥΛΛΑ


Αν βέβαια ήταν απλό να ειπή κανείς πως η μανία είναι κάτι κακό, τότε ο προηγούμενος λόγος θα ήταν καλά ειπωμένος· μα εδώ τα μεγαλύτερα καλά μας έρχονται από τη μανία, που μας χαρίζεται σαν ένα θείο δώρο. Γιατί και η προφήτισσα στους Δελφούς και οι ιέρειες στη Δωδώνη, όταν τις έπιασε η μανία, έκαμαν στην Ελλάδα πολλά και καλά και σε ανθρώπους και σε πόλεις, ενώ όταν ήτανε φρόνιμες έκαμαν λίγα ή και τίποτε. Κι αν βέβαια αρχίσωμε να λέμε και για τη Σίβυλλα και για τους άλλους, όσοι με τη μαντική τέχνη προφήτεψαν πολλά σε πολλούς και τους έκαμαν καλό στο μέλλον τους, θα μακραίναμε το λόγο μας λέγοντας πράγματα φανερά στον καθένα. (Πλ., Φαίδρος 244a)

Οὐχ ὁρᾷς .., ὅσην χάριν ἔχει τὰ Σαπφικὰ μέλη, κηλοῦντα καὶ καταθέλγοντα τοὺς ἀκροωμένους; Σίβυλλα δὲ μαινομένῳ στόματι καθ᾽ Ἡράκλειτον ἀγέλαστα καὶ ἀκαλλώπιστα καὶ ἀμύριστα φθεγγομένη χιλίων ἐτῶν ἐξικνεῖται τῇ φωνῇ διὰ τὸν θεόν. (Ηράκλειτος, Fr. 92.1-5)

[Δεν βλέπεις πόσο ευχάριστα είναι τα τραγούδια της Σαπφώς, που γοητεύουν και καταθέλγουν τους ακροατές; Ενώ η Σίβυλλα, με την ένθεη φωνή της, κατά τον Ηράκλειτο, αν και μιλάει αγέλαστα, ακαλλώπιστα και χωρίς αρώματα με τη φωνή της φθάνει χίλια χρόνια μακριά, χάρη στον θεό της. (Μετ. Β.Α. Κύρκος)

Ορισμός, Χαρακτηριστικά

Σίβυλλα ονομαζόταν κάθε γυναίκα με μαντική ικανότητα που, σε κατάσταση έκστασης και κατειλημμένη από θεϊκό πνεύμα, προφήτευε μελλοντικά συμβάντα με τρόπο αυθόρμητο και όχι ύστερα από ερώτηση, όπως για παράδειγμα η Πυθία στους Δελφούς. Σίβυλλα οὐκ ἄνευ θεοῦ προεθέσπισεν, η Σίβυλλα προφήτευσε με τη θέληση του θεού, λέει ο Παυσανίας (7.8.8.6). (Εικ. 181)

Τα αρχαιότερα ελληνικά κείμενα, που δεν φτάνουν πριν τον 6ο αι. π.Χ., κάνουν λόγο για μία και μοναδική Σίβυλλα (Ηράκλ., Fr. 92.3-5, Πλ., Φαίδρος 244a, Θεαγ. 124d9, Αριστοφ., Ειρήνη 1095, 1116, κ.ά.). Ο πρώτος που κάνει λόγο για «Σίβυλλες» στον πληθυντικό αριθμό είναι ο Αριστοτέλης (Πρβλ. 954a36).

Ο πολιτικός και συγγραφέας Μάρκος Τερέντιος Βάρρωνας (116 π.Χ.-27 μ.Χ.) θεώρησε τη λέξη Σίβυλλα σύνθετη και κράμα δωρικών και αιολικών τύπων, από το δωρικό σιός (= θεός) και τον αιολικό τύπο της λέξης βουλή (=θέληση), βόλλα. Σίβυλλα, λοιπόν, είναι εκείνη που αποκαλύπτει τη θέληση του θεού. Η ετυμολογία αυτή, πολύ βολική για το έργο και με το έργο που πρόσφεραν οι Σίβυλλες, επινοήθηκε στο τέλος του ελληνορωμαϊκού κόσμου και διασώζεται μόνο από τον χριστιανό συγγραφέα Λακτάντιο (4ος αι. μ.Χ.) από τη Β. Αφρική (Divinarum Institutionum 6). Νεότερες έρευνες αμφισβητούν την ετυμολογία αυτή.

Οι Σίβυλλες είχαν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά:

  1. Γεννιόντουσαν με το προφητικό χάρισμα, και γι’ αυτό θεωρούνταν υπάρξεις ανάμεσα στους θεούς και τους ανθρώπους.
  2. Ζούσαν πολύ περισσότερο από τους ανθρώπους.
  3. Οι Σίβυλλες παρέμεναν παρθένες, αναγκαία προϋπόθεση για την επαφή τους με το θείο.
  4. Αντίστοιχα με τον θεό της μαντικής Απόλλωνα που κρατούσε λύρα, αυτές κρατούσαν τη σαμβύκη (είδος τριγωνικής λύρας).
  5. Ενίοτε προφήτευαν στη φύση, είτε μέσα σε σπήλαια (Κυμαία Σιβυλλα) είτε πάνω σε μια πέτρα που την κουβαλούσαν μαζί τους (Ηροφίλη).

 

Σίβυλλα και Σίβυλλες

Οι μετά τον Αριστοτέλη πηγές αναφέρουν τρεις, τέσσερις ή και δέκα Σίβυλλες, συνολικά, δηλαδή, δώδεκα Σίβυλλες σε όλη την αρχαιότητα.

  1. Πρώτη Σίβυλλα θεωρούνταν μια νέα με το όνομα αυτό, κόρη του Δάρδανου από την Τροία και της Νησώς, κόρης του Τεύκρου, φημισμένη για τις μαντικές της ικανότητες. Από αυτήν ονομάστηκαν Σίβυλλες όλες οι μάντισσες. Άλλες παραδόσεις θέλουν πρώτη Σίβυλα μια κόρη του Δία και της Λάμιας, κόρης του Ποσειδώνα, που ονομάστηκε Σίβυλλα από τους Λίβυες.
  2. Δεύτερη Σίβυλλα ήταν η Ηροφίλη. Γεννήθηκε στη Μαρπησσό της Τρωάδας από μια Νύμφη και ένα βοσκό της Ίδης, τον Θεόδωρο. Δεύτερη ηλικιακά από τις Σίβυλλες προέβλεψε ότι η καταστροφή της Τροίας θα ερχόταν από γυναίκα της Σπάρτης. Επιπλέον, όταν οι μάντεις, κυρίως ο Αίσακος, γιος του Πρίαμου από άλλη γυναίκα, την Αρίσβη, προέβλεψαν ερμηνεύονταςόνειροτης Εκάβης, πως το παιδί που θα γεννιόταν μια ορισμένη μέρα θα προκαλούσε την καταστροφή της Τροίας και ότι όφειλαν να σκοτώσουν μητέρα και παιδί, η Ηροφίλη, ιέρεια του Απόλλωνα, προέτρεψε να σκοτώσουν τον Πάρη που είχε γεννηθεί εκείνη την ημέρα πριν να νυχτώσει. Όμως ο Πρίαμος λυπήθηκε το παιδί του και στη θέση του σκότωσε τον Μούνιππο, που επίσης γεννήθηκε την καθορισμένη και προορισμένη ημέρα, γιο της Κίλλας από τον Θυμοίτη, αδελφό ή κουνιάδο του Πριάμου (Ευφορίων, απ. 55).

Σε ύμνο της Δήλου, που η ίδια συνέθεσε προς τιμή του Απόλλωνα, αποκαλούσε τον εαυτό της νόμιμη γυναίκα του θεού αλλά και κόρη του.

Η Ηροφίλη ταξίδεψε σε πολλά μέρη, την Κλάρο, τη Σάμο, όπου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της, τη Δήλο, τους Δελφούς, και προφήτευε κάθε φορά πάνω σε μια πέτρα που κουβαλούσε μαζί της. Πέθανε στην Τρωάδα και έδειχναν τον τάφο της στο δάσος του Σμινθίου Απόλλωνα. Όμως η πέτρα πάνω στην οποία προφήτευε βρισκόταν στους Δελφούς. (Ηράκλ., fr. 92· Παυσ. 10.12.1-3) (Εικ. 76)

  1. Ἐκ δ᾽ Ἐρυθρῶν Σίβυλλά ἐστιν, ἔνθους καὶ μαντικὴ γυνὴ τῶν ἀρχαίων τις· κατ᾽ Ἀλέξανδρον δὲ ἄλλη ἦν τὸν αὐτὸν τρόπον μαντική, καλουμένη Ἀθηναΐς, ἐκ τῆς αὐτῆς πόλεως(Στρ. 14.1.34.1-4). Αυτή η Ερυθραία Σίβυλλα της Λυδίας, για την οποία μιλά ο Στράβων, ήταν η πιο διάσημη ελληνίδα Σίβυλλα. Κόρη νύμφης και ενός θνητού, του Θεόδωρου, γεννήθηκε σε σπηλιά του όρους Κώρυκος. Αμέσως μόλις γεννήθηκε, μεγάλωσε απότομα και άρχισε να προφητεύει έμμετρα. Οι γονείς της την αφιέρωσαν στον Απόλλωνα παρά τη θέλησή της, ενώ προφήτευσε και το τέλος της από ένα βέλος του θεού της. Έζησε εννέα ανθρώπινες ζωές από εκατόν δέκα χρόνια η καθεμιά.
  2. Η Ερυθραία Σίβυλλα συγχέεται ενίοτε με την Κυμαία της Καμπανίας, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στους ρωμαϊκούς μύθους. Της αποδίδονται τα ονόματα Δημοφίλη, Αμάλθεια, Ηροφίλη. Προφήτευε μέσα σε σπήλαιο. Ο Απόλλωνας της επέτρεψε να ζήσει τόσα χρόνια όσα οι κόκκοι της άμμου που θα μπορούσε να συγκρατήσει στη χούφτα της, αρκεί να μην επέστρεφε στις Ερυθρές. Πέθανε όταν οι Ερυθραίοι της έστειλαν ένα γράμμα σφραγισμένο με πηλό της πατρίδας τους. Άλλες παραδόσεις θέλουν τη Σίβυλλα αυτή να ζητά από τον θεό της μακροζωΐα, λησμονώντας να ζητήσει και νεότητα. Ο Απόλλωνας της παραχώρησε αυτό το δικαίωμα με αντάλλαγμα την παρθενιά της, εκείνη όμως αρνήθηκε. Έτσι, καθώς γερνούσε και γινόταν όλο και πιο αδύναμη, όλο και πιο μικρόσωμη, έφτασε στο σημείο να μοιάζει με τζιτζίκι κρεμασμένο σε κλουβί όπως τα πουλιά στο ιερό του Κυμαίου Απόλλωνα. Όταν τα παιδιά τη ρωτούσαν τι θα ήθελε, εκείνη απαντούσε: «Θέλω να πεθάνω».(Εικ.182183184)

Αυτή η Σιβυλλα πήγε στη Ρώμη επί Ταρκύνιου του Υπερήφανου και έφερε εννέα συλλογές χρησμών, τις οποίες προθυμοποιήθηκε να πουλήσει στον βασιλιά. Εκείνος βρήκε υπερβολική την τιμή και η Σίβυλλα έκαψε την πρώτη τριάδα, στη συνέχεια και μια δεύτερη τριάδα ύστερα από δεύτερη άρνηση του Ταρκύνιου. Τελικά ο Ταρκύνιος αγόρασε την τελευταία τριάδα και την τοποθέτησε στο ιερό του Δία του Καπιτωλίου. Η Σίβυλλα τότε εξαφανίστηκε. Τα σιβυλλικά βιβλία άσκησαν επίδραση στη ρωμαϊκή θρησκεία στη διάρκεια της Δημοκρατίας και μέχρι την εποχή του Αυγούστου (πρώτες δεκαετίες του 1ου μ.Χ. αι.). Τα συμβουλεύονταν κυρίως σε δύσκολες, σε κρίσιμες καταστάσεις. Σε αυτά έβρισκαν θρησκευτικές εντολές (εισαγωγή νέας λατρείας, εξιλαστήριες θυσίες…), προκειμένου να αντιμετωπίσουν την απρόβλεπτη κατάσταση. Ειδικοί φύλαγαν και συμβουλεύονταν τα βιβλία.

Η Σίβυλλα της Κύμης συνόδευσε τον Αινεία στον Κάτω Κόσμο.

  1. Η Φυτώ από τη Σάμο
  2. Η Σάββη, εβραϊκής καταγωγής, κόρη του Βήρωσου ή Βυρωσσού και της Ερυμάνθης, ήταν Σίβυλλα στη Βαβυλώνα.

Σύμφωνα με τον Λακτάντιο, που όπως είπαμε μεταφέρει πληροφορίες από τον Βάρρωνα, οι Σίβυλλες ήταν δέκα. Η πρώτη ήταν από την Περσία, η δεύτερη από τη Λιβύη, η τρίτη από τους Δελφούς, η τέταρτη των Κιμμερίων στην Ιταλία, η πέμπτη από την Ερυθραία, η έκτη από τη Σάμο, η έβδομη, από την Κύμη της Καμπανίας, ονομαζόταν Αμάλθεια, Ηροφίλη ή Δημοφίλη· η όγδοη ήταν από τη Μαρπησσό της τρωικής επικράτειας στον Ελλήσποντο, η ένατη από τη Φρυγία· η δέκατη από το Τιβούρ (Τίβολι) στην επαρχία Λάτιο, ονομαζόταν Αλμπουνέα, λατρευόταν σαν θεά κοντά στις όχθες του ποταμού Anio< στο Λάτιο και λεγόταν ότι στην κοίτη του βρέθηκε άγαλμά της με βιβλίο στο χέρι. (Εικ. 185186187) (Divinarum Institutionum 6)

Από την καταγωγή τους φαίνεται ότι οι σχετικές με τις παραδόσεις Σίβυλλες ξεκίνησαν από την Ανατολή. Με την πάροδο του χρόνου, και κάτω από την επίδραση πολιτικοθρησκευτικών παραγόντων και σκοπιμοτήτων, δημιουργήθηκε μια πλούσια συλλογή από σιβυλλικούς χρησμούς, των οποίων η επίδραση έφτασε μέχρι τον Μεσαίωνα αλλά και την Αναγέννηση, κάτι που αποτυπώνεται στις τοιχογραφίες του Μιχαήλ Αγγέλου στην Καπέλα Σιξτίνα στο Βατικανό – ζωγράφισε πέντε Σίβυλλες – (Εικ. 188189190191192) και του Ραφαήλ στον ναό της Παναγίας της Ειρήνης στη Ρώμη – ζωγράφισε τέσσερις Σίβυλλες. (Εικ. 193). Κυκλοφόρησαν στη διάρκεια της Αναγέννησης πλήθος συλλογών με Σίβυλλες, των οποίων ο αριθμός, ως συνήθως, ανέρχεται στις δώδεκα. (Εικ. 194195196197198199200201202203204205206207208209210211212213214215216217218219220221222223224225226227228229230231232233234235236237238239240241242243244245246247248249250251252253254255256257258259260261262263264265266267268269270271272)

ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ


Στην Αντιγόνη του Σοφοκλή με εξαιρετικό τρόπο δηλώνεται η σχέση του μάντη Τειρεσία με τον θεό της μαντικής και τοξοβόλο Απόλλωνα, τον τιμωρό των Αχαιών με τα βέλη του στο στρατόπεδό τους στην Τροία και της Νιόβης για την υπεροψία της απέναντι στη μητέρα του Λητώ. Ο Τειρεσίας με το προσωπείο του τοξότη αφήνει τοξεύματα-προφητείες εναντίον του Κρέοντα:

Ὦ πρέσβυ, πάντες ὥστε τοξόται σκοποῦ

τοξεύετ᾽ ἀνδρὸς τοῦδε, κοὐδὲ μαντικῆς

ἄπρακτος ὑμῖν εἰμι…

[Άκουσε, γέρο, εσείς όλοι απάνω σ’ ένανε,

εμένα σημαδεύετε.

σαν σκοπευτές και δε μου λείψανε

από πάνω μου οι προφητείες.]

 

Τοιαῦτά σου, λυπεῖς γάρ, ὥστε τοξότης

ἀφῆκα θυμῷ καρδίας τοξεύματα

βέβαια, τῶν σὺ θάλπος οὐχ ὑπεκδραμῇ.

[σαν τοξότης σούριξα σαϊτιές στην καρδιά,

που δε θα παν χαμένες, γιατί δε θα ξεφύγης τη φλόγα τους.]

(Σοφ., Αντ. 1033-35, 1084-86, μετ. Κ. Χρηστομάνος)

 

Ωστόσο, τη μαντική του ικανότητα την έχει από την Αθηνά ή από τον ίδιο τον Δία

Καταγωγή, περιπέτειες του βίου, θάνατος

Μάντης στους Θηβαίους ήταν ο Τειρεσίας, γιος του Εύρη και της νύμφης Χαρικλώς, από τη γενιά του Οιδαίου του Σπαρτού, που είχε χάσει το φως του. Για την τύφλωση και τη μαντική του ικανότητα λέγονται διάφορα. Άλλοι ότι οι θεοί τον τύφλωσαν, επειδή αποκάλυπτε στους ανθρώπους όσα εκείνοι ήθελαν να κρατήσουν κρυφά· ο Φερεκύδης, πάλι, ότι τυφλώθηκε από την Αθηνά· την είδε ολόγυμνη, κι εκείνη, αφού κάλυψε με τα χέρια της τα μάτια του, τον τύφλωσε· (Εικ. 273274) κι όταν η Χαρικλώ, που ήταν αγαπημένη της Αθηνάς, την παρακάλεσε να του δώσει πίσω την όρασή του, επειδή δεν μπορούσε να το κάνει αυτό, του καθάρισε τα αυτιά και τον κατέστησε ικανό να ακούει όλες τις φωνές των πουλιών, και του χάρισε και ένα ραβδί από κρανιά, με το οποίο βάδιζε όπως αυτοί που έβλεπαν. (Εικ. 275) Ο Ησίοδος από τη μεριά του ισχυρίζεται ότι, όταν κάποτε είδε στο όρος Κυλλήνη δύο φίδια να ζευγαρώνουν, τα χτύπησε και αμέσως άλλαξε από άνδρας σε γυναίκα· αλλά όταν ξαναείδε τα ίδια αυτά φίδια να ερωτοτροπούν ξαναέγινε άνδρας. (Εικ. 276277278) Γι’ αυτό τον λόγο, όταν κάποτε η Ήρα και ο Δίας διαφωνούσαν αν οι γυναίκες ή οι άνδρες αισθάνονται μεγαλύτερη ηδονή στον έρωτα, ρώτησαν εκείνον. (Εικ. 279) Και εκείνος απάντησε ότι αν η ηδονή του έρωτα αποτελείται από δέκα μέρη, ο άνδρας απολαμβάνει το ένα, ενώ η γυναίκα τα εννέα, με αποτέλεσμα η Ήρα να τον τυφλώσει, ο Δίας όμως να του χαρίσει τη μαντική τέχνη. [Η απάντηση του Τειρεσία στον Δία και την Ήρα ήταν· από τα δέκα της ηδονής μερίδια το ένα μόνο χαίρεται ο άνδρας, ενώ τα δέκα τα χορταίνει η γυναίκα και αναγαλλιάζει η ψυχή της.] Έζησε επίσης μέχρι τα βαθιά γεράματα. (Απολλόδ. 3.69-72).

Η ιστορία της τύφλωσης του Τειρεσία φανερώνει και τη ζωή του νεαρού, προτού αποκτήσει τις ξεχωριστές ικανότητες που τον έκαναν διάσημο. Ήταν κυνηγός που κυνηγούσε στον Ελικώνα και, σταματώντας να πιει νερό από την πηγή Ιπποκρήνη, αντίκρισε, άθελά του, γυμνή την Αθηνά να δροσίζεται στα νερά της.

Η ιστορία με τα φίδια, η διασημότερη παραλλαγή του μύθου του Τειρεσία, παραδίδεται με διαφόρους τρόπους. Άλλοι λένε ότι ο Τειρεσίας χώρισε τα φίδια, άλλοι πως τα πλήγωσε και άλλοι πως σκότωσε το θηλυκό. Σε κάθε περίπτωση, ο Τειρεσίας έγινε γυναίκα. Επτά χρόνια αργότερα, στον ίδιο τόπο, ξαναείδε τα φίδια να ζευγαρώνουν. Για μια ακόμη φορά επεμβαίνει, με αποτέλεσμα να ξαναπάρει το αρχικό του φύλο. Η αποκάλυψη της αλήθειας για το γυναικείο φύλο έκανε την Ήρα να τυφλώσει τον Τειρεσία και τον Δία να του χαρίσει το προνόμιο της μαντείας αλλά και να ζήσει πολύ, επτά ανθρώπινες ζωές λεγόταν.

Φυσικά, η ιστορία αυτής της μεταμόρφωσης δεν άφησε αδιάφορο τον Οβίδιο, ενώ, αργότερα, η ιστορία αμφισβητήθηκε και διακωμωδήθηκε (Λουκιανός). Στον 20ό αι. υπήρξε αφορμή για προβληματισμούς σχετικά με το φύλο αλλά και για άλλα ζητήματα (Γκυγιώμ Απολλιναίρ, Οι μαστοί του Τειρεσία, 1917).

 

Προφητείες και καθαρμοί

Ο Τειρεσίας είναι συνδεδεμένος με τον Θηβαϊκό κύκλο, κυρίως με τους Λαβδακίδες, όπως ο Κάλχας με τον Τρωικό κύκλο και τους Ατρείδες. Στη Θήβα υπήρχε οιωνοσκοπείο του, ενώ μαντείο του βρισκόταν στον γειτονικό Ορχομενό.

  1. Ο Τειρεσίας παρήγγειλε να καούν τα φίδια που ο Ηρακλής είχε πνίξει στην κούνια του, να πεταχτεί η στάχτη τους στον ποταμό και η κάμαρη να πλυθεί με αλμυρό νερό (Θεόκρ.Ειδύλλια, 24, 97-98). Θαλασσινό νερό χρησιμοποιούνταν κυρίως σε περιπτώσεις θανάτου και λοιμού, οπότε τα αποπλύματα πετιούνταν στη θάλασσα, για να μην υπάρχει περίπτωση κανείς να τα πατήσει.
  2. Όταν ο Αμφιτρύωνας, ο σύζυγος της Αλκμήνης, επέστρεψε στη Θήβα, δεν βρήκε τη γυναίκα του διαχυτική απέναντί του, γιατί ακριβώς την προηγούμενη της είχε εμφανιστεί ο Δίας με τη μορφή του συζύγου της και κοιμήθηκαν μαζί. Ο Τειρεσίας του αποκάλυψε την ένωσή της με τον Δία.(Εικ. 280)
  3. Κατά τον πόλεμο των Επτά επί Θήβαις, ο Τειρεσίας προφήτευσε ότι οι Θηβαίοι θα νικήσουν, αν ο Μενοικέας, ο γιος του Κρέοντα, προσφερθεί σφάγιο στον Άρη, όπως και έγινε.
  4. Αργότερα, όταν οι Επίγονοι των Επτά εξεστράτευσαν εναντίον των Θηβών, ο Τειρεσίας συμβούλευσε τους Θηβαίους να στείλουν κήρυκα για διαπραγματεύσεις, αλλά οι ίδιοι να πάρουν γυναίκες και παιδιά και κρυφά να εγκαταλείψουν την πόλη.
  5. Του αποδόθηκαν και μυθιστορηματικές προφητείες από μεταγενέστερους ποιητές, από τον Οβίδιο, λ.χ., που βάζει τη μητέρα του Νάρκισσου Λειριόπη να ρωτά τον μάντη πόσα χρόνια θα ζούσε το πανέμορφο παιδί της (Οβ.,Μετ.3.341-350). (Εικ. 281282)
  6. Ακόμη, προσπάθησε, μάταια όμως, να πείσει τον Πενθέα να αποδεχτεί τη λατρεία του Διόνυσου.(Εικ. 283)

 

Στις τραγωδίες Οιδίπους τύραννος και Αντιγόνη του Σοφοκλή με έξοχο τρόπο ο ποιητής δείχνει τον Τειρεσία να ταλαιπωρείται ως μάντης κακών και να προκαλεί την οργή του Οιδίποδα (Εικ. 284) και του Κρέοντα, γιατί δεν αποκαλύπτει την αλήθεια στον πρώτο, για τις προφητείες του στον δεύτερο.

 

Θάνατος του Τειρεσία – Η τύχη της κόρης του

Και καθώς ο Τειρεσίας τους συμβούλευσε [τους Θηβαίους] να στείλουν κήρυκα στους Αργείους για συνθηκολόγηση και οι ίδιοι να φύγουν, πράγματι έστειλαν στους εχθρούς τους απεσταλμένο, εκείνοι όμως επιβίβασαν σε άμαξες παιδιά και γυναίκες και έφευγαν από την πόλη. Όταν νύχτα έφτασαν στην κρήνη που επονομάζεται Τιλφούσσα, ο Τειρεσίας ήπιε νερό από αυτήν και τελείωσε τη ζωή του. Και οι Θηβαίοι, αφού περιπλανήθηκαν πολύ, ίδρυσαν την πόλη Εστιαία και εγκαταστάθηκαν εκεί. Όταν αργότερα οι Αργείοι πληροφορήθηκαν την απόδραση των Θηβαίων, μπήκαν στην πόλη, μάζεψαν λάφυρα και γκρέμισαν τα τείχη. Μέρος από τα λάφυρα τα έστειλαν στους Δελφούς, στον Απόλλωνα, μαζί και την κόρη του Τειρεσία, τη Μαντώ· γιατί του είχαν τάξει, αν κυριεύσουν την πόλη των Θηβών, να του αφιερώσουν το καλύτερο από τα λάφυρα. (Απολλόδ. 3.7.2)

Το όρος Τιλφούσιο και η λεγόμενη Τιλφούσα πηγή απέχουν από την Αλίαρτο κάπου πενήντα στάδια. Υπάρχει μεταξύ των Ελλήνων η παράδοση ότι οι Αργείοι μαζί με τους γιους του Πολυνείκη, μετά την άλωση των Θηβών, μεταξύ των άλλων λαφύρων έφεραν στον θεό των Δελφών και τον Τειρεσία, ο οποίος στον δρόμο, διψασμένος ήπιε νερό από την Τιλφούσα και ξεψύχησε. Δίπλα στην πηγή είναι ο τάφος του. […] την υπόλοιπη ιστορία του Τειρεσία, πόσα χρόνια έγραψαν ότι έζησε, πώς άλλαξε από γυναίκα σε άντρα και ότι ο Όμηρος στην Οδύσσεία δείχνει τον Τειρεσία, μόνος αυτός, να διατηρεί στον Άδη τον πνεύμα του, αυτά τα γνωρίζουν όλοι από την παράδοση. (Παυσ. 9.33.1-2)

Ο τάφος του Τειρεσία υποτίθεται ότι υπήρχε στο Τιλφούσιο Όρος, κοντά στην πηγή Τιλφούσα, ενώ στη Θήβα βρισκόταν απλώς ένα κενοτάφιό του.

 

Μάντης και μετά τον θάνατο

Ο θάνατος του Τειρεσία, σε βαθύτατο γήρας, τοποθετείται χρονικά μετά την κατάληψη των Θηβών από τους Επιγόνους. Όμως, ακόμη και μετά τον θάνατό του ασκούσε τη μαντική του τέχνη. Η Κίρκη συμβούλευσε τον Οδυσσέα τι να κάνει, προκειμένου να μιλήσει, ζωντανός αυτός, με τον νεκρό Τειρεσία, (Εικ. 285286287288) και εκείνος να του αποκαλύψει τον τρόπο με τον οποίο θα κατάφερνε να επιστρέψει στο σπίτι του. Επιπλέον, ο μάντης συμβούλευσε τον Οδυσσέα σε ποιες ενέργειες έπρεπε να προβεί μετά τον φόνο των μνηστήρων, ώστε να εξευμενίσει τους θεούς: να προσφέρει θυσίες στον Ποσειδώνα σε μέρος μακριά από τη θάλασσα, εκεί όπου κανένας δεν θα αναγνώριζε το κουπί σαν κουπί, να ιδρύσει ιερό του και στη συνέχεια να γυρίσει στο παλάτι και να θυσιάσει σε όλους τους θεούς.

ΤΕΛΦΟΥΣΑ/CARMENTA


Η Τέλφουσα ήταν Νύμφη της Αρκαδίας, κόρη του Λάδωνα, μητέρα του Εύανδρου από τον Ερμή· ή κόρη του Ερμή και σύζυγος του Εύανδρου. Όποια και να ήταν η καταγωγή της, θεωρούνταν ότι η ίδια είχε προφητικές ικανότητες και λατρευόταν στη Ρώμη με το όνομα Carmenta. Τη γνωρίζουμε και με τα ονόματα Θέμις, Νικοστράτη, Τιμάνδρα, Tyburtis (με αυτό αποκτά σύνδεση με τον ποταμό Τιβέριο).

Η Τέλφουσα ήρθε μαζί με τον Εύανδρο στη Δύση, ζητώντας εκεί καταφύγιο. Εκεί μετονομάστηκε σε Carmenta από το χάρισμα της προφητείας της (<Carmen = μαγικό άσμα). Το χάρισμά της την έκανε να υποδείξει στον γιο της την καλύτερη τοποθεσία στη Ρώμη για να εγκατασταθούν· ήταν το Παλλάντιο, στην αριστερή όχθη του Τίβερη, ένα απλό χωριό βοσκών κοντά στον Παλατίνο λόγο, που αργότερα θα γινόταν η μεγάλη Ρώμη. Όταν ο Ηρακλής έφτασε στο Παλλάντιο κατά την επιστροφή του από την εκστρατεία εναντίον του Γηρυόνη, η Καρμέντα προφήτευσε στον ήρωα το πεπρωμένο που τον περίμενε. Έζησε πολύ και πέθανε στα 110 χρόνια της. Ο γιος της την έθαψε στους πρόποδες του Καπιτωλίου, κοντά στην πύλη που πήρε το όνομά της, Porta Carmentalis, σε ανάμνηση των προφητικών ικανοτήτων της. Ο βωμός που αφιερώθηκε στον Εύανδρο μετά τον θάνατό του ήταν συμμετρικός με τον βωμό της μητέρας του.

Λέγεται, ακόμη, για την Καρμέντα ότι ήταν η αιτία που οι γυναίκες αποκλείονταν από τη λατρεία του θεοποιημένου Ηρακλή στο Μεγάλο Βωμό ανάμεσα στον Παλατίνο και τον Αβεντίνο λόφο. Είχε προκαλέσει την οργή του ήρωα γιατί αρνήθηκε να πάρει μέρος στην ιδρυτική του Βωμού θυσία, αν και είχε προσκληθεί από τον ήρωα.

Ενίοτε θεωρείται και θεότητα της γονιμότητας και της γένεσης και την επικαλούνταν με τα επίθετα Prorsa και Postversa, ανάλογα με τις θέσεις που μπορεί να πάρει το παιδί, όταν γεννιέται.

ΤΗΛΕΜΟΣ


Ο Τήλεμος, γιος του Εύρημου, είναι διάσημος μάντης στη χώρα των Κυκλώπων. Προείπε στον Πολύφημο ότι θα τον τύφλωνε ο Οδυσσέας:

Στο μεταξύ, ο Τήλεμος ο μάντης, ο Τήλεμος ο γιος του Εύρημου, που κανενός πουλιού το πέταγμα δεν μπορούσε να τον εξαπατήσει, ήρθε στης Σικελίας το βουνό, στην Αίτνα, απευθύνθηκε στον βλοσυρό Πολύφημο και είπε: «Ο Οδυσσέας θα σου βγάλει εκείνο το ένα μάτι σου στη μέση του μετώπου». Εκείνος γέλασε και απάντησε: «Εσύ, ο πιο ανόητος από τους μάντεις, κάνεις λάθος, κάποιος άλλος, ένα κορίτσι, το έχει κιόλας πάρει». Μ’ αυτό τον τρόπο ειρωνεύτηκε την αληθινή προειδοποίηση που μάταια δόθηκε, κατηφόρισε κάτω στην ακτή με άλμα γίγαντα κι επέστρεψε κουρασμένος στη σκοτεινή σπηλιά του. (Οβ., Μετ. 13.771 κ.ε., ελεύθερη απόδοση)

Αλί μου, τα παλιά μοιρόγραφτα με βρίσκουν όλα τώρα! Ζούσε ένας μαντολόγος όμορφος, τρανός στα μέρη τούτα, κι ήταν που γιός του Ευρύμου, ο Τήλεμος, στη μαντοσύνη ο πρώτος, που εδώ μαντολογώντας γέρασε, στη χώρα των Κυκλώπων αυτός και τούτα μου προφήτεψε πως θα γενούν μια μέρα, απ’ του Οδυσσέα τα χέρια κάποτε πως θα ᾿χανα το φως μου. (Οδ. ι 507-512, μετ. Ν. Καζαντζάκης – Ι.Θ. Κακριδής)

ΤΗΝΕΡΟΣ


Γιος του Απόλλωνα και της Νύμφης Μελίας, αδελφός του Ισμηνού από τον οποίο ονομάστηκε το ποτάμι της Βοιωτίας, βασιλιάς της Θήβας, ιερέας του ναού του Πτώου Απόλλωνα, μάντης με ικανότητες δοσμένες από τον ίδιο τον θεϊκό του πατέρα-Τηνέρῳ μὲν Ἀπόλλων μαντικὴν δίδωσι (Παυσ. 9.10.6.4)

ΤΡΟΦΩΝΙΟΣ


Καταγωγή, δράση, θάνατος

Το όνομα Τροφώνιος προέρχεται ετυμολογικά από το τρέφωκαι αυτός είναι πιθανώς ο λόγος που ο Στράβων και αρκετά επιγραφικά μνημεία τον ονομάζουν Τρεφώνιο. Σύμφωνα με τον Παυσανία θνητός πατέρας του Τροφώνιου είναι ο Ορχομένιος βασιλιάς Εργίνος και θεϊκός ο Απόλλων από την Επικάστη. Ανάλογα με το ποιος γίνεται αποδεκτός ως πατέρας του, ο Τροφώνιος εμφανίζεται άλλοτε ως προγονός και άλλοτε ως αδελφός του Αγαμήδη. Μυθικός μάντης και αρχιτέκτονας χρησιμοποίησε μαζί με τον Αγαμήδη τον λίθο στην κατασκευή μνημείων, σε αντικατάσταση των πλίνθων και των ξύλων. Ανάμεσα στα μνημεία που τους αποδίδονται είναι το σπίτι του Αμφιτρύωνα και της Αλκμήνης στη Θήβα, οι θησαυροί του Υριέα στην Υρία και του Αυγεία στην Ήλιδα, ο ναός του Ποσειδώνα στη Μαντίνεια, ένας ναός του Απόλλωνα στους Δελφούς (Ὁμηρικός Ὕμνος εἰς Ἀπόλλωνα, στ. 281-304). Μόνος του ο Τροφώνιος ανέλαβε τον ναό του Απόλλωνα στις Παγασές και το δικό του μαντικό ιερό στη Λεβάδεια, όπου και λατρεύτηκε ως χθόνιος θεός και μάντης.

Ωστόσο, θεωρείται και κλέφτης, κάτι που προκάλεσε και τη διακωμώδησή του. Όταν ο Αγαμήδης και ο Τροφώνιος, κατασκεύασαν το θησαυρό του Υριέα, φρόντισαν ώστε αφαιρώντας κάποιο λίθο να μπορούν να μπαίνουν κρυφά στο κτίσμα και να αφαιρούν από τον θησαυρό. Καταλαβαίνοντας ο Υριέας ότι του έλειπε χρυσάφι, άλλοτε μόνος του, άλλοτε αφού συμβουλεύτηκε τον Δαίδαλο, έστησε παγίδα μέσα στην οποία πιάστηκε ο Αγαμήδης. (Εικ. 289) Τότε ο Τροφώνιος έκοψε το κεφάλι του συνεργάτη του, για να μην αποκαλύψει και τη δική του ταυτότητα. Φτάνοντας στη Λεβάδεια, κοντά στον ποταμό Έρκυνα, η γη σχίστηκε στα δυο και ο Τροφώνιος χάθηκε σε χάσμα (όπως ο Αμφιάραος) που ονομάστηκε «Λάκκος του Αγαμήδη», ενώ παραδίπλα υπήρχε και στήλη με το όνομά του. Άλλη εκδοχή θέλει τον εξαπατημένο βασιλιά να ανακαλύπτει τον κλέφτη από τις σταγόνες του κομμένου κεφαλιού του Αγαμήδη, οπότε ο Τροφώνιος άνοιξε υπόγειο θάλαμο στη γη και κρύφτηκε. Αυτόν τον τόπο θεώρησαν οι μεταγενέστεροι ιερό και τον λάτρεψαν σαν θεό.

Άλλες πηγές θέλουν τον θάνατο του Τροφώνιου αντίτιμο δωρεάς του Απόλλωνα προς τους αρχιτέκτονες του ναού του. Λεγόταν ότι όταν ζήτησαν την αμοιβή τους από τον θεό, εκείνος τους υποσχέθηκε ότι θα τους πληρώσει σε οκτώ μέρες· στο διάστημα αυτό τους συμβούλευσε να διασκεδάσουν. Την όγδοη νύχτα πέθαναν και οι δυο από γλυκό θάνατο – η καλύτερη αμοιβή ενός θεού προς θνητούς.

Το χάσμα ή σπήλαιο του Τροφώνιου ξεχάστηκε και ανακαλύφθηκε εκ νέου όταν οι Λιβαδείτες υπέφεραν από λιμό, και συμβουλεύτηκαν το μαντείο των Δελφών. Η Πυθία τους αποκάλυψε πως ένας ανώνυμος ήρωας είχε θυμώσει γιατί ήταν παραμελημένος. Έπρεπε, λοιπόν, να βρουν το τάφο του και να του προσφέρουν εφεξής λατρεία. Μετά από πολλές ανεπιτυχείς προσπάθειες ένας νεαρός βοσκός ακολουθώντας τις μέλισσες ανακάλυψε μια τρύπα στο έδαφος, ένα χάσμα δηλαδή. Εκεί αντί για μέλι συνάντησε έναν δαίμονα. (Εικ. 290) Ο λιμός σταμάτησε και η Λεβάδεια απέκτησε το διάσημο μαντείο της. Όσοι αναζητούσαν χρησμό από τον Τροφώνιο έπρεπε να θυσιάσουν κριό στον λάκκο, στο άλσος της Λεβάδειας.

Η κατάποση και του Τροφωνίου από τη γη, η ίδρυση μαντείου στο άντρο του με θυσίες σε χθόνιες θεότητες και στην τροφό του Δήμητρα-Ευρώπη (Παυσ. 9.39.5), αλλά και η ετυμολογία του ονόματος του, παραπέμπουν σε έναν αρχέγονο χθόνιο θεό της γονιμότητας που υποβιβάστηκε σε τοπικό ήρωα. Τον χθόνιο χαρακτήρα του ενισχύουν τα ιερά φίδια του άντρου του, που συνιστούν «εμβληματικό» χαρακτηριστικό που ο Βοιωτός μάντης μοιράζεται με τον Αμφιάραο και τον Ασκληπιό, και το οποίο συνοδεύει, άμεσα ή έμμεσα, όλες τις μαντικές/θεραπευτικές μυθικές μορφές, θνητούς, θεούς και ημίθεους ήρωες.

Σε αναθηματικό ανάγλυφο του 4ου αι. π.Χ. από τη Λιβαδειά παριστάνεται ο Τροφώνιος ανάμεσα σε γνωστές θεότητες (Πάνα, Κυβέλη, Αρτέμιδα, Διόνυσο, Διοσκούρους) και προσκυνητές (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. 3942).

Το μαντείο στη Λεβάδεια

Η χρησμοδότηση στο Τροφώνιο ήταν ενεργή από τα αρχαϊκά χρόνια, σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές (Ηρόδοτος και Αριστοφάνης), που μιλούν για χρησμούς στον Κροίσο (550 π.Χ.) και στον απεσταλμένο του Μαρδόνιου (480 π.Χ.). Ωστόσο, το μαντείο του Τροφωνίου, (Εικ. 91011291292293) γνωστού ενίοτε και ως Δία Τροφώνιου, απέκτησε ιδιαίτερη δημοτικότητα και αίγλη κυρίως στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια της ατομικότητας και λιγότερο των κοινωνικών δραστηριοτήτων. Γι’ αυτό σε φιλολογικά και επιγραφικά κείμενα των ρωμαϊκών χρόνων η Λιβαδειά αποκαλείται ιερά πόλις. Μάλιστα οι πηγές μαρτυρούν και την τέλεση αγώνων προς τιμήν του Τροφώνιου σε συνδυασμό με τα Βασίλεια, αγώνες προς τιμήν του Διός Βασιλέως.

Η λατρεία στο Τροφώνιο έχει πολλά κοινά σημεία γενικά με τα μυστηριακά ιερά και με τις δοκιμασίες που αυτά απαιτούσαν από τους προσκυνητές και τους μύστες (καθαρμούς, εγκοίμηση, ειδική δίαιτα, λουτρό, πόση ύδατος, προσευχές, ένδυση με λινή εσθήτα και σάνδαλα). Όλα αυτά, καθώς και η μορφή και το μαντείο του Τροφώνιου περιγράφηκαν από αρχαίους συγγραφείς, μερικοί από τους οποίους, όπως ο Δικαίαρχος και ο Πλούταρχος συνέγραψαν ειδικά και ομότιτλα έργα (Περί της εις Τροφωνίου καταβάσεως). Η σκοτεινή και μυστηριακή λατρεία και μαντική του διακωμωδήθηκαν ήδη από τους κλασικούς ποιητές (Αριστοφ., Νεφέλες, 506-508, Ευρ., Ίων 300, 393, 405) και από τους ποιητές της νέας κωμωδίας Άλεξι και Μένανδρο σε έργα τους με τίτλο Τροφώνιος, ενώ ο Antonio Salieri (1750-1825) συνέθεσε κωμική όπερα σε δύο πράξεις, με τίτλο La Grotta di Trofonio (Η σπηλιά του Τροφωνίου), όπου ο μάντης αντιστρέφει τις ιδιότητες του χαρακτήρα δύο ζευγαριών, ώστε τα παντρολογήματα να είναι ταιριαστά. Πάντως, οι πιο πολλές και συστηματικές πληροφορίες για το μαντείο και τα τελετουργικά του περιέχονται στην περιγραφή του Παυσανία, η οποία, ωστόσο, δεν αποκλείεται να αντανακλά μια αναδιοργάνωση στην ελληνιστική περίοδο.

ΔΗΜΩ


Η Δημώ ήταν Σίβυλλα που καταγόταν από την Κύμη της Οπικής. Οι Κυμαίοι όμως δεν είχαν να πουν κανένα χρησμό αυτής της γυναίκας, αλλά έδειχναν μια μικρή υδρία από πέτρα στο ιερό του Απόλλωνα και έλεγαν ότι εκεί βρίσκονταν τα οστά της (Παυσ. 10.12.8).

ΠΑΝΘΟΟΣ ή ΠΑΝΘΟΥΣ


Ο Πάνθοος, αρχικά ιερέας του Απόλλωνα στους Δελφούς, με μαντικές ικανότητες, κατέληξε να είναι ένας από τους πρωτόγερους και πρόβουλους της Τροίας. Υπάρχουν δύο παραδόσεις για την εξέλιξη αυτή. Σύμφωνα με τη μία, στην πρώτη άλωση της Τροίας από τον Ηρακλή, ο Πρίαμος έστειλε πρέσβεις στο μαντείο των Δελφών για να ζητήσουν τη συμβουλή του θεού. Εκείνοι στην επιστροφή πήραν μαζί τους και τον Πάνθοο, ως μεσάζοντα για καλές σχέσεις της Τροίας με τους Δελφούς, και για να ερμηνεύσει στον Πρίαμο τους χρησμούς που είχε δώσει ο θεός. Άλλη εκδοχή θέλει ένα γιο του Αντήνορα να ερωτεύεται τον Πάνθοο και να τον οδηγεί με τη βία στην Τροία. Για να τον αποζημιώσει ο Πρίαμος, τον έχρισε ιερέα του θεού του στην πόλη τους.

Ο Πάνθοος απέκτησε από την Προνόμη τον Πολυδάμαντα, τον Εύφορβο και τον Υπερήνορα από τη Φρόντιδα. Τόσο ο ίδιος όσο και οι γιοι του πολέμησαν εναντίον των Αχαιών. Σκοτώθηκε, όταν αλώθηκε η Τροία. Ο Βιργίλιος παραδίδει το όνομα του πατέρα του Πάνθοου, Όθρυς, και με δραματικό τρόπο περιγράφει τη συνάντηση Αινεία και Πάνθοου τη νύχτα που οι Δαναοί ξεχύθηκαν από την κοιλιά του Δούρειου ίππου (Αιν. 2.302-335). (Εικ. 314)

ΠΟΛΥΔΑΜΑΝΤΑΣ ή ΠΟΥΛΥΔΑΜΑΝΤΑΣ


Ο Πολυδάμας είναι γιος του ιερέα των Δελφών Πάνθοου και της Προνόμης, κόρης του Κλυτίου, συνομήλικος του Έκτορα, γεννημένοι την ίδια ακριβώς νύχτα. Είναι ο χαρακτηριστικός τύπος του μάντη πολεμιστή, όπου όμως είναι δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στη σύνεση και τη μαντική ικανότητα. Διότι ό,τι εμφανίζεται ως μαντεία ενίοτε μπορεί να είναι το συμπέρασμα που προκύπτει από τον έλλογο υπολογισμό των δεδομένων. Από όλες τις προβλέψεις του Πολυδάμαντα μόνο ένα μπορεί να θεωρηθεί αποτέλεσμα οιωνοσκοπίας.

Μυθολογείται ότι κληρονόμησε από τον πατέρα του τη μαντική του ικανότητα και τη σωφροσύνη, για την οποία διακρινόταν ανάμεσα στους Τρώες. Είναι γενναίος πολεμιστής, έχει για ηνίοχο τον Κλείτο και για προστάτη τον ίδιο τον Απόλλωνα. Παίρνει συχνά μέρος στη μάχη, πληγώνει τον Βοιωτό Πηνέλεο, σκοτώνει τον Προθοήνορα, τον Μηκιστέα, τον Ώτο, διαφυλάσσεται από τον Απόλλωνα, την ώρα που κινδυνεύει να σκοτωθεί από τον Μέγη. Είναι συμβουλάτορας του Έκτορα, τον κατηγορεί ότι είναι πεισματάρης και κεφάλι αγύριστο, εκείνος πάλι τον κατηγορεί άδικα για δειλία. Ακόμη, τον επιπλήττει για την υπεροψία του να πιστεύει ότι υπερτερεί σε όλα έναντι των άλλων, ενώ οι θεοί του έδωσαν μόνο να είναι παλικάρι. Πάντως, δεν λείπουν οι περιπτώσεις που ο Έκτορας ακούει τις συμβουλές του, όπως να επιτεθούν πεζοί και όχι πάνω στα άρματά τους (Μ 59 κ.ε.) ή να συγκεντρώσει τους πιο ικανούς Τρώες για να επιτεθεί στα ελληνικά καράβια (Ν 725 κ.ε.). Ωστόσο, τις περισσότερες φορές αντιδρά στον συνετό λόγο του Πολυδάμαντα και θυμώνει μαζί του· όμως μετά τον θάνατό του, και σαν πνεύμα πια, ομολογεί το λάθος του να μην ακολουθεί τις συμβουλές του φίλου του. (Εικ. 315) Πολύ χαρακτηριστική είναι η προφητεία του Πολυδάμαντα για την έκβαση του πολέμου από ένα σημάδι που φάνηκε στον ουρανό. Αετός φάνηκε πάνω από το τρωικό στρατόπεδο κρατώντας αιματοβαμμένο φίδι που, ζωντανό ακόμη, πάλευε, γύρισε το κεφάλι του και δάγκωσε τον αετό στο στήθος· κι αυτός, από τον πόνο, άφησε το φίδι, νεκρό πια, να πέσει στη γη, μέσα στο τρωικό στρατόπεδο. Ο Πολυδάμαντας έκρινε ότι τα σημάδια ήταν δυσοίωνα για την επιχείρηση που ετοίμαζαν οι Τρώες –να εφορμήσουν ομαδικά, να περάσουν την τάφρο των Αχαιών και να γκρεμίσουν το τείχος που προστάτευε τα πλοία τους. Όμως ο Έκτορας υποστήριξε ότι πιο σημαντική από τα αμφισβητήσιμα σημάδια είναι η υπεράσπιση της πατρίδας και απείλησε τον φίλο του ότι θα τον σκοτώσει αν αποσυρθεί από τη μάχη ή συμπαρασύρει και άλλους Τρώες στην οπισθοχώρηση. Ιλ. Μ 189-280) Σε μια ακόμη δύσκολη περίπτωση, μετά τον θάνατο του Πατρόκλου, ο Έκτορας δεν εισάκουσε τον Πολυδάμαντα που συμβούλευε να μην περάσει ο στρατός τη νύχτα στον κάμπο κοντά στα αχαϊκά καράβια, αλλά να επιστρέψουν στην πόλη και να κλειστούν στα τείχη· γιατί θεωρούσε δεδομένο ότι ο Αχιλλέας το επόμενο πρωί θα έβγαινε στη μάχη. Όπως και έγινε, με συνέπεια να σκοτωθεί πλήθος Τρώων και φοβισμένοι να υποχωρήσουν και να κλειστούν στο κάστρο (Σ 254 κ.ε., Χ 99 κ.ε.).

Σύμφωνα με μεταγενέστερους μυθογράφους ο Πολυδάμαντας είχε συνοδέψει τον Πάρη στη Σπάρτη και τον είχε βοηθήσει στην αρπαγή της Ελένης. Όμως στη διάρκεια του πολέμου είχε προτείνει να επιστρέψουν την Ελένη, για να αποφύγουν την τελική καταστροφή. Σκοτώθηκε στον πόλεμο από τον Αίαντα τον Τελαμώνιο· το ίδιο και ο γιος του Λεώκριτος από τον Οδυσσέα.

ΦΙΝΕΑΣ


Καταγωγή

Ο Φινέας ήταν γιος του Ποσειδώνα ή του Αγήνορα, γιου του Ποσειδώνα, ή του Φοίνικα, γιου του Αγήνορα, και της Κασσιέπειεας, θυγατέρας του Άρατου, αδελφός του Κηφέα. Άλλοτε πατέρας του θεωρείται ο αδελφός του Αγήνορα Βήλος, και μητέρα του η Αχγινόη, κόρη του Νείλου· άλλοτε τα παιδιά του Βήλου ήταν πέντε, ο Φινέας, ο Αίγυπτος, ο Δαναός, ο Φοίνικας, ο Αγήνορας. Ο γενεαλογικός αυτός «πλούτος», που προκαλεί σύγχυση, οφείλεται στο γεγονός ότι ο Φινέας ήταν αρχικά αρκαδικός ήρωας με αυτόνομο μυθολογικό κύκλο, αλλά μετατέθηκε στην Ανατολή και συνδέθηκε με τον αργοναυτικό κύκλο. Γι’ αυτό και κάποιοι μυθογράφοι αναφέρουν τον Φινέα των Αργοναυτικών ως έβδομο απόγονο του Φοίνικα και εχθρό του Περσέα. (Εικ. 296297298299)

Η τυφλότητα του Φινέα

Ο Φινέας της Ανατολής ζούσε στη Σαλμυδησσό, στα παράλια των ευρωπαϊκών θρακικών ακτών του Εύξεινου Πόντου, και ήταν Θράκας βασιλιάς. Είχε μαντικές ικανότητες που του έδωσε ο θεός Απόλλων και ήταν τυφλός, όπως ο Θηβαίος Τειρεσίας. Για τις αιτίες της τυφλότητάς του παραδίδονται διάφορες εκδοχές. Σε αυτές ο Φινέας μετεξελίσσεται από φιλάνθρωπο μάντη σε βάρβαρο πατέρα που αδιαφορεί εγκληματικά για τα παιδιά του· και στις δύο περιπτώσεις οι θεοί τον τιμωρούν.

  1. Τον τύφλωσε ο Δίας, επειδή έκαμνε κατάχρηση των μαντικών του ικανοτήτων προφητεύοντας στους ανθρώπους όσα ήταν να συμβούν και δίνοντας ευκολοεξήγητες προφητείες αποκαλύπτοντας έτσι τις προθέσεις του Δία. Τον τιμώρησε και με μακροζωΐα και στέλνοντας εναντίον του τις ρυπαρές Άρπυιες, τους φτερωτούς δαίμονες , τις Άρπυιες, που άρπαζαν το φαγητό του και το λίγο που του άφηναν, ώστε να επιβιώνει και να μακροημερεύει, το ρύπαιναν αφήνοντας τα περιττώματά τους επάνω. Πλούσιο φαγητό του άφηναν οι κάτοικοι των γύρω περιοχών του με αντάλλαγμα τις μαντείες του, όμως χωρίς κανένα όφελος για τον Φινέα. Εξάλλου, η αφόρητη μυρωδιά που αναδυόταν γύρω του τον καταδίκαζε σε μοναξιά. Παραδίδεται ότι ως και τον ίδιο τον άρπαξαν οι Άρπυιες και τον έφεραν στους Γαλακτοφάγους Σκύθες (Ησ. απ. 151 και Στρ. 7.3.9).
  2. Τον τύφλωσε ο Ποσειδώνας, επειδή φανέρωσε στον Φρίξο τον δρόμο προς τη χώρα των Κόλχων και στα παιδιά του Φρίξου και της Χαλκιόπης τη ρότα από τη χώρα των Κόλχων προς την Ελλάδα.
  3. Τον τύφλωσαν ο Βορέας και οι Αργοναύτες, επειδή έβγαλε τα μάτια των παιδιών που απέκτησε από την αδελφή τους Κλεοπάτρα, παρασυρμένος από τη μητριά τους, τη δεύτερη γυναίκα του Φινέα. Ονομαζόταν Ιδαία και ήταν κόρη του Δάρδανου και τα παιδιά Πλήξιππος και Πανδίονας (Απολλόδωρος), αν και παραδίδονται και άλλα ονόματα ή παραμένουν ανώνυμα κάτω από το πατρωνυμικό Φινείδες. Σύμφωνα με άλλη παράδοση, τα παιδιά τα τύφλωσε η ίδια η Ιδαία ή και η Κλεοπάτρα, η φυσική τους μητέρα, για να τιμωρήσει τον πατέρα τους για τον δεύτερο γάμο του. Ο Ασκληπιός, που συμμετείχε στην εκστρατεία, ξαναέδωσε το φως στους Φινείδες, όμως ο Δίας τον κεραυνοβόλησε.
  4. Τον τύφλωσε ο Δίας, γιατί είχε κατηγορήσει τα παιδιά του χωρίς επαρκείς αποδείξεις ότι κακοποιούσαν τη μητριά τους, με σκοπό να ευχαριστήσουν τη μητέρα τους, ή ότι θέλησαν να τη βιάσουν, όπως είχε μαρτυρήσει εκείνη. Και τη μεν Κλεοπάτρα την έριξε στη φυλακή, τα δε παιδιά τους τα τιμώρησε ρίχνοντάς τα σε ένα αυλάκι με την εντολή να τα μαστιγώνουν καθημερινά· ή τα τύφλωσε και τα πέταξε στα βράχια για να τα φάνε τα αραπακτικά ζώα και πουλιά.
  5. Τον τύφλωσε ο Δίας, γιατί ανέχθηκε την κακοποίηση των παιδιών του από τη δεύτερη γυναίκα του. Σε αυτή τη σοφόκλεια εκδοχή, το όνομα της γυναίκας είναι Ειδοθέα και είναι κόρη του Κάδμου. Τύφλωσε τους Φινείδες με τις μυτερές σαΐτες του αργαλιού της και τους έριξε στη φυλακή ή να περιπλανιούνται στα μυτερά βράχια της Σαλμυδησσού θρηνώντας για την τύχη τη δική τους και της μητέρας τους. Οργισμένος ο Δίας, έβαλε στον Φινέα το δίλημμα να πεθάνει ή να ζήσει χωρίς να βλέπει το φως του ήλιου. Ο Φινέας προτίμησε τη μακροζωΐα με αντάλλαγμα την όρασή του, και ο Ήλιος, ο θεός του φωτός, οργισμένος με την επιλογή, έστειλε εναντίον του Φινέα τις Άρπυιες.
  6. Πολύ νεότερη είναι η άποψη ότι η τυφλότητά του οφείλεται στο γεγονός ότι επιβουλευόταν τον Περσέα. Ή ότι, αφού τον τύφλωσαν οι Βορεάδες, ο πατέρας τους Βορέας άρπαξε τον Φινέα και τον έφερε στα δάση των Βιστόνων, όπου τον άφησε να πεθάνει εξαθλιωμένος.
  7. Νεότερη είναι και η άποψη ότι τον Φινέα τον τύφλωσε ο Φαέθοντας και έστειλε εναντίον του τις Άρπυιες να τον βασανίζουν με τον γνωστό τρόπο, γιατί συναγωνίστηκε τον Φοίβο στη μαντική και τον νίκησε (Οππιανός [αρχές 3ου αι. μ.Χ.],Κυνηγετικά2.617-629). Και όταν οι Βορεάδες έδιωξαν τις Άρπυιες, ο Φαέθοντας συνέχισε να βασανίζει τον Φινέα: τον μεταμόρφωσε σε τυφλοπόντικα και έκανε γενάρχη του ζωικού αυτού είδους.

Φινέας και Άρπυιες

Με τις μαντικές του ικανότητες ο Φινέας γνώριζε ότι θα απαλλασσόταν από τις Άρπυιες, όχι και από την τυφλότητά του, όταν θα έφταναν στη χώρα του ο Αργοναύτες. Πράγματι, οι Αργοναύτες έφτασαν εκεί, θέλοντας να μάθουν από αυτόν τον δρόμο προς τους Κόλχους, και τον βρήκαν γέρο, σε άθλια κατάσταση, υποσιτισμένο και χωρίς τη δυνατότητα να πεθάνει, μια και είχε «κερδίσει» τη μακροζωία. Ο Φινέας υποσχέθηκε στους Αργοναύτες ότι θα τους υποδείξει την πορεία τους και τρόπους να αποφύγουν κινδύνους, αν και αυτοί, με τη σειρά τους, δεσμεύονταν να τον απαλλάξουν από τις Άρπυιες. Και οι Αργοναύτες οργάνωσαν το εξής σχέδιο για να προσελκύσουν τα φτερωτά τέρατα: Παρέθεσαν στον Φινέα πλούσιο τραπέζι, και εκείνες όρμησαν ξαφνικά από πάνω με πολύ βουή και άρπαξαν την τροφή. Μόλις τις είδαν οι φτερωτοί γιοι του Βορέα και της νύμφης Ωρείθυιας, ο Ζήτης και ο Κάλαης, αδελφοί της γυναίκας του Φινέα, της Κλεοπάτρας, γύμνωσαν τα ξίφη και τις καταδίωκαν στον αέρα. Και υπήρχε χρησμός οι Άρπυιες να πεθάνουν από τους Βορεάδες και εκείνοι να πεθάνουν αν δεν τις έφταναν. Για την εξέλιξη της ιστορίας υπάρχουν δύο εκδοχές, στη μία, τη νεότερη, οι Άρπυιες πεθαίνουν (Ίβυκος, απ. 11P), στην άλλη επιβιώνουν αλλά κρύβονται. (Εικ. 300301302303304305306)

Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, καθώς οι Βορεάδες τις κυνηγούσαν, η μία έπεσε στην Πελοπόννησο, στον Τίγρη ποταμό, που μετονομάστηκε από εκείνη σε Άρπυ ή Άρπυια. Η άλλη έφυγε προς την πλευρά της Προποντίδας και μετά έφτασε μέχρι τις Πλωτές νήσους, δυτικά της Πελοποννήσου ή κοντά στη Ζάκυνθο ή στο Σικελικό πέλαγος, που μετονομάστηκαν σε Στροφάδες, Νησιά της επιστροφής, γιατί, μόλις έφτασε εκεί, στράφηκε προς τα πίσω και έπεσε κοντά στην ακτή από εξάντληση μαζί με τον διώκτη της· εξάλλου, οι ίδιες ονομάζονται στροφάδες ἂελλαι στα Ορφικά (677). Παραδίδεται ακόμη ότι οι Βορεάδες έφτασαν κυνηγώντας τες μέχρι την Κεφαλληνία και στην κορυφή του όρους Αίνος, όπου λατρευόταν ο Δίας με το επίθετο Αινήιος, τον παρακάλεσαν να τους βοηθήσει για να πιάσουν τις Άρπυιες. Κι εκείνος τους βοήθησε εμψυχώνοντάς τους και ανανεώνοντας τις δυνάμεις στα πόδια τους. Άλλες παραδόσεις θέλουν την προσευχή αυτή να την κάνουν στις Πλωτές νήσους που μετονομάστηκαν σε Στροφάδες, επειδή οι Βορεάδες στράφηκαν στον Δία.

Σύμφωνα με τον Απολλώνιο Ρόδιο οι Βορεάδες τις καταδίωξαν μέχρι τις Πλωτές νήσους, τις έφτασαν αλλά δεν τις πείραξαν. Γιατί μπήκε μπροστά τους η Ίριδα, η αδελφή των Αρπυιών, ή ο Ερμής (Ησ. απ. 156), εμποδίζοντάς τους να σκοτώσουν πλάσματα που υπηρετούσαν τον Δία. Και εκείνες ορκίστηκαν να μην ενοχλήσουν ξανά τον Φινέα και κρύφτηκαν σε μια σπηλιά στην Κρήτη, στο όρος Δίκτη. Η Ίριδα επέστρεψε στον ουρανό και οι Βορεάδες στράφηκαν προς τα πίσω για να συναντήσουν ξανά τους Αργοναύτες· από την κίνησή τους αυτοί μετονομάστηκαν τα νησιά από Πλωτές σε Στροφάδες. Άλλοι μεταφέρουν την ιστορία της διάσωσης των Αρπυιών στο σικελικό πέλαγος και παραδίδουν ότι ήταν ο ίδιος ο πατέρας τους που σταμάτησε τους Βορεάδες, ο Τυφώνας (Βαλ. Φλ. 4.428 κ.ε., 507 κ.ε.)

Οι προφητείες του Φινέα

Ο Φινέας, τηρώντας την υπόσχεσή του, έδειξε τον δρόμο στους Αργοναύτες και τους είπε πώς να περάσουν τις Συμπληγάδες πέτρες που ανοιγόκλειναν με μεγάλη ταχύτητα –να αφήσουν πρώτα ένα περιστέρι να περάσει και ύστερα, αν το περιστέρι καταφέρει να διασχίσει το πέρασμα, να περάσει και η Αργώ. Αρνήθηκε όμως να αποκαλύψει οτιδήποτε για το ταξίδι της επιστροφής, παρά τις επίμονες ερωτήσεις του τρομοκρατημένου από τους ενδεχόμενους κινδύνου Ιάσονα. Το μόνο που του είπε είναι ότι θα επέστρεφε με πολύτιμο βοηθό τη θεά Αφροδίτη. Οι Αργοναύτες θυσίασαν στον θεό της μαντικής Απόλλωνα, ίδρυσαν στην παραλία βωμό και για τους δώδεκα Ολύμπιους και απέπλευσαν προς την Κολχίδα.

Παραλλαγές του μύθου

Διάφορες παραλλαγές παραδίδουν τον μύθο διαφορετικά και με άλλες λεπτομέρειες, περισσότερο «κοσμικές» και με παραμερισμό του υπερφυσικού στοιχείου:

  1. Αυτές που άρπαζαν το φαγητό από τον Φινέα δεν ήταν κάποιοι φτερωτοί δαίμονες αλλά οι κόρες του, η Αρπύρεια και η Εράσεια (Τζετζ. Σχόλ. Λυκοφρ. Αλεξ. 165).
  2. Μυθιστορηματική πλοκή στον μύθο έδωσε ο Διονύσιος Σκυτοβραχίων εξελίσσοντας τον μύθο από την τραγωδία. Ο Φινέας εγκατέλειψε την πρώτη του γυναίκα, τη φυλάκισε και παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά των Σκυθών Δάρδανου, την Ιδαία. Αυτή διαβάλλει τους προγονούς της στον πατέρας τους κατηγορώντας τους για απόπειρα βιασμού, κι εκείνος τους κλείνει σε υπόγεια φυλακή με την εντολή να τους μαστιγώνουν ακατάπαυστα. Οι Αργοναύτες που αποβιβάζονται στη χώρα του Φινέα πληροφορούνται τα καθέκαστα κα ζητούν εξηγήσεις από τον Φινέα. Αυτός αρνείται να τους πει οτιδήποτε, υπαινίσσεται βαρύ έγκλημα των παιδιών του που προκάλεσαν τη βαριά τιμωρία τους και τους απαγορεύει οποιαδήποτε ανάμειξη στα οικογενειακά του. Μόνο που τα παιδιά του είναι και ανίψια των Βορεάδων, αδελφών της πρώτης του γυναίκας, οπότε είναι και αυτοί μέλη της οικογένειάς του και με δικαίωμα σε αυτήν. Αψηφώντας τις απειλές του Φινέα, οι Βορεάδες σκοτώνουν τους φρουρούς και ελευθερώνουν τα παιδιά. Και ο Φινέας ορμά με στρατό εναντίον των Αργοναυτών στην παραλία, σκοτώνεται όμως από τον Ηρακλή, που διακρίνεται στη μάχη. Ύστερα, ελευθερώνει την Κλεοπάτρα, αποκαθιστά στον θρόνο τους Φινείδες και τους συμβουλεύει να μην σκοτώσουν τη μητριά τους αλλά να τη στείλουν πίσω στον πατέρα της, κι εκείνος να αποφασίσει για την τύχη της. Και ο μεν Δάρδανος καταδίκασε την κόρη του Ιδαία σε θάνατο, οι δε Φινείδες απέκτησαν φήμη επιεικών αρχόντων.
  3. Σε άλλη εκδοχή, απήχηση από κάποια τραγωδία, οι Φινείδες σκοτώνουν την Ιδαία, ενώ νωρίτερα ηλικιωμένος άνδρας είχε υποστηρίξει την αθωότητά τους από την κατηγορία του βιασμού.

ΩΚΥΡΡΟΗ


Η Ωκυρρόη, κόρη του Κένταυρου Χείρωνα και της Νύμφης Χαρικλώς, ονομάστηκε από τον τόπο όπου γεννήθηκε —στην όχθη ενός ρυακιού με γρήγορα νερά (ὠκὺς = γρήγορος, ορμητικός, ταχυκίνητος). Μόλις γεννήθηκε της δόθηκε το χάρισμα της μαντικής, όμως το χρησιμοποίησε άσκεπτα, καθώς αποκάλυψε στον πατέρα της και στον μικρό προστατευόμενο και μαθητευόμενό του Ασκληπιό τη μυστική ιστορία των θεών παρά τη σχετική απαγόρευση. Οι θεοί την τιμώρησαν μεταμορφώνοντάς την σε φοράδα. Από τότε ονομάστηκε Ιππώ. (Εικ. 307308309310311312313 ) Την εκδοχή αυτή του μύθου παραδίδει ο Οβίδιος στις Μεταμορφώσεις του (2.635 κ.ε.). Η Ωκυρρόη ταυτίζεται πολλές φορές με την Ίππη.


ΤΕΛΟΣ

της Δήμητρας Μήττα

Source link

What do you think?

0 points
Upvote Downvote

Comments

Αφήστε μια απάντηση

Loading…

0

Comments

0 comments

Ένταση στο υπουργείο Οικονομικών στη συγκέντρωση της ΠΟΕΔΗΝ

Ποια κρυβόταν στη Μύκονο κάτω από καπέλο