ΔΙΑΤΡΟΦΗ & ΥΓΕΙΑ | Οι νέες τάσεις στη διατροφή μας και η γνώμη του ειδικού

0

του Βασίλη Παπαμίκου *

Οι τεχνολογικές εξελίξεις στην επιστήμη της διατροφής, οι τάσεις στους ισχυρισμούς υγείας και στη σήμανση των τροφίμων επηρεάζουν τις πεποιθήσεις του κοινού σε σχέση με τα τρόφιμα και τον τρόπο σίτισης και διαμορφώνουν ολόκληρα διατροφικά κινήματα τα οποία με τη σειρά τους ωθούν την αγορά τροφίμων να προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα.

Παραδείγματα την τελευταία δεκαετία υπάρχουν αρκετά αρχίζοντας από την διατροφή χαμηλών υδατανθράκων, συνεχίζοντας με την φυτοφαγία και με τη διατροφή ελεύθερης γλουτένης και ολοκληρώνοντας με τη διατροφή φυσικών ή ελάχιστα επεξεργασμένων τροφίμων.

Οι χαμηλοί υδατάνθρακες και η δίαιτα keto

Η διατροφή χαμηλών υδατανθράκων αποτελεί διαχρονική τάση τόσο σε σχέση με την υγιεινή διατροφή όσο και σε σχέση με τη διατήρηση φυσικού σωματικού βάρους. Τα επιστημονικά δεδομένα όμως δεν έχουν ακόμα καταλήξει σε οριστικό συμπέρασμα: υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι μπορούν να βοηθήσουν στην απώλεια βάρους σε βραχυπρόθεσμο διάστημα αλλά δεν είναι ξεκάθαρο τι συμβαίνει σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Από την άλλη πλευρά, έχουν προκύψει ενδείξεις ότι η διατροφή χαμηλών ή υψηλών υδατανθράκων συσχετίζεται με αυξημένη θνησιμότητα, τη στιγμή που οι άνθρωποι που καταναλώνουν μέτριες ποσότητες υδατανθράκων εμφανίζουν τον μικρότερο κίνδυνο θανάτου.

Οι διαιτολόγοι υποστηρίζουν ότι σε μια ισορροπημένη διατροφή, με βάση τα φυτικά τρόφιμα και τα δημητριακά ολικής άλεσης, μπορούν να υπάρξουν και το άσπρο ρύζι και οι πατάτες. Επιπρόσθετα, αν πρόκειται να καταναλωθεί η πατάτα είναι καλύτερο να καταναλωθεί στην φυσική της μορφή παρά σε μια επεξεργασμένη έκδοση.

Μια πολύ πρόσφατη διατροφική τάση χαμηλών υδατανθράκων αποτελεί η κετογονική δίαιτα, η οποία προτείνει υψηλή κατανάλωση λιπαρών, μέτρια ποσότητα πρωτεΐνης και ημερήσια πρόσληψη υδατανθράκων κάτω από 20 γραμμάρια, πολύ χαμηλότερη δηλαδή από τα προτεινόμενα 130 γρ. ημερησίως. Τέτοιου τύπου τάσεις περιλαμβάνουν οποιοδήποτε τύπου κρέας, λαχανικά με βούτυρο ή ελαιόλαδο, αλλά αποκλείουν το άμυλο με την μορφή του ρυζιού ή της πατάτας στο πιάτο. Χαρακτηριστικό είναι ότι στα πολύ αρχικά στάδια της κετογονικής διατροφής αποκλείονται τα όσπρια, τα λαδερά, ακόμα και τα φρούτα.

Χορτοφαγία και βιγκανισμός

Συνεχίζοντας, τα τελευταία χρόνια είτε λόγω συμπόνιας προς τα ζώα είτε λόγω μεγαλύτερης ευαισθητοποίησης προς την κλιματική αλλαγή και το περιβάλλον πολλοί επιλέγουν να ακολουθήσουν έναν χορτοφαγικό τρόπο σίτισης. Η χορτοφαγική δίαιτα, όταν είναι κατάλληλα σχεδιασμένη, ακόμη και στις αυστηρές εκδόσεις της, όπως ο βιγκανισμός,  μπορεί να είναι θρεπτική και προστατευτική έναντι των νοσημάτων φθοράς (παχυσαρκία, σακχαρώδης διαβήτης, υπέρταση, καρδιαγγειακά νοσήματα και ορισμένες μορφές καρκίνου).

Επιπρόσθετα, η φυτοφαγική διατροφή είναι πιο φιλική προς το περιβάλλον, σε σχέση με την δυτικού τύπου διατροφή που είναι πλούσια σε ζωικά προϊόντα, ακριβώς επειδή απαιτεί λιγότερους φυσικούς πόρους και έχει συσχετιστεί με λιγότερη περιβαλλοντική επιβάρυνση. Παρ’ όλ’ αυτά, η χορτοφαγία, όσο δημοφιλής κι αν είναι, δεν είναι εύκολο να υιοθετηθεί σε βάθος χρόνου. Οι μελέτες δείχνουν ότι πάνω από το 80% των ατόμων που επιθυμούν να γίνουν χορτοφάγοι εγκαταλείπουν την προσπάθεια μετά από ένα έτος.

Κοντά στην φυτοφαγική τάση βρίσκεται και η κατανάλωση υποκαταστάτων κρέατος κατασκευασμένων από φυτικά τρόφιμα όπως μανιτάρια (ιδιαίτερα το είδος βασιλιάς τρομπέτα), αρακά, μπιζέλια κ.α. Τα προϊόντα αυτά ενώ δεν περιέχουν κρέας μιμούνται σχεδόν τέλεια την γεύση του με αποτέλεσμα να έχουν μεγάλη απήχηση στο κοινό. Χαρακτηριστικό είναι ότι στην ελληνική αγορά σε πολλά φυτοφαγικά εστιατόρια κυκλοφορεί ήδη χορτοφαγικό μπιφτέκι που παράγεται από εξειδικευμένη αμερικάνικη εταιρεία.

Διατροφή χωρίς γλουτένη

Την τελευταία δεκαετία παρουσιάστηκε το φαινόμενο αυξημένης ζήτησης για προϊόντα ελεύθερα γλουτένης. Τα τρόφιμα αυτά προορίζονται αυστηρά για τους ασθενείς με κοιλιοκάκη, παρ’ όλ’ αυτά, εντάχθηκαν στο γενικότερο πλαίσιο μιας υγιεινής διατροφής ιδιαίτερα μετά από την κυκλοφορία βιβλίων στις Ηνωμένες Πολιτείες που στον τίτλο τους έφεραν την φράση: «Η χαμηλή σε γλουτένη δίαιτα και τα οφέλη της». Στα βιβλία αυτά συχνά αναφέρονταν πως η διατροφή με γλουτένη πιθανότατα οδηγούσε σε αύξηση σωματικού βάρους, σε αυξημένη συχνότητα αγχωτικών διαταραχών και σε κατάθλιψη. Επίσης, τονίζονταν ότι η αποφυγή της γλουτένης οδηγούσε σε λιγότερες εμφανίσεις αυτοάνοσων νοσημάτων. Τα μηνύματα αυτά «πέρασαν» στον κόσμο και ενισχύθηκαν από το γεγονός ότι πολλές διασημότητες, μέσω των μίντια, προωθούσαν τη νέα αυτή «φιλοσοφία».

Το φιλοπερίεργο του κόσμου και η αέναη ελπίδα και προσπάθεια για υγεία και απώλεια βάρους με καινοτόμα μέσα οδήγησε σε αυξημένες πωλήσεις των βιβλίων αυτών και κατ’ επέκταση των αντίστοιχων τροφίμων. Η διατροφή με προϊόντα ελεύθερα γλουτένης υιοθετήθηκε κυρίως από νέους ανθρώπους στο μυαλό των οποίων η διατροφή αυτή συσχετίστηκε με έναν υγιεινότερο τρόπο ζωής, με τον ίδιο τρόπο που τα βιολογικά προϊόντα έγιναν αποδεκτά αρκετά χρόνια πριν. Τα επιστημονικά δεδομένα όμως δεν επιβεβαιώνουν την πεποίθηση που έχει σχηματίσει ο κόσμος. Τα τρόφιμα ελεύθερα γλουτένης δεν είναι πιο υγιεινά από τα συμβατικά, δεν έχουν αντικαταθλιπτικές και αγχολυτικές ιδιότητες, δεν προλαμβάνουν τα αυτοάνοσα και τέλος δεν συμβάλλουν περισσότερο από τα συμβατικά στον έλεγχο του σωματικού βάρους.

Από τότε που εμφανίστηκαν έρευνες που τεκμηρίωναν τις επιδράσεις των επεξεργασμένων τροφίμων στην υγεία, αναπτύχθηκε η αντίστοιχη διατροφική τάση που προσπάθησε να εξαλείψει τα εν λόγω τρόφιμα από το καθημερινό σιτηρέσιο. Έτσι, δημιουργήθηκε το κίνημα της «καθαρής διατροφής» ή της «φυσικής διατροφής». Οι αναφερόμενες μελέτες υπέδειξαν ότι αυτοί που κατανάλωναν λιγότερα επεξεργασμένα τρόφιμα διέτρεχαν μικρότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο και είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες μακροζωίας. Άλλες μελέτες έδειξαν ότι αυτοί που κατανάλωναν υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα (όπως τα τσιπς, οι γκοφρέτες, τα μπισκότα, τα γαριδάκια, τα κρουασάν, τα αναψυκτικά, οι τυποποιημένοι χυμοί, το φαστ φουντ, τα προϊόντα ζύμης και οι σφολιάτες και τα τεχνητά γλυκίσματα ή τα προϊόντα ζαχαροπλαστικής) προσλάμβαναν αρκετές περισσότερες θερμίδες και αύξαναν το σωματικό τους βάρος σε σχέση με εκείνους που ακολουθούσαν το πρότυπο διατροφής με φυσικά μη επεξεργασμένα τρόφιμα.

Φυσικά, κάθε η υγιεινή διατροφή έχει το τίμημά της καθότι φάνηκε ότι ήταν 60% ακριβότερη σε σχέση με εκείνη που περιείχε τα «φτηνά» υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα. Επίσης, η διατροφή με τα φυσικά τρόφιμα είχε μεγαλύτερο κίνδυνο κρουσμάτων με λαχανικά με το κολοβακτηρίδιο E.Coli, όπως έδειξαν πρόσφατα γεγονότα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ανακεφαλαιώνοντας, οι διατροφικές τάσεις ποτέ δε μένουν σταθερές και εξελίσσονται δυναμικά, φέρνοντας στο προσκήνιο και διαφορετικά τρόφιμα κάθε φορά. Είναι χρέος όλων των πολιτών να ενημερώνονται διαρκώς, να συμβουλεύονται τους ειδικούς, ώστε να κάνουν πληροφορημένες και συνειδητοποιημένες επιλογές που θα ωφελούν και τους ίδιους αλλά και την κοινωνία.

* Νοσοκομειακός Διαιτολόγος ΓΝΑ – Κοργιαλένειο Μπενάκειο

M.Med.Sci Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, Πανεπιστημίου Γλασκώβης

MSc Healthcare Manager, Πανεπιστημίου Αθηνών

Πτυχιούχος Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, Χαροκοπείου Πανεπιστημίου

Source link

Από την σελίδα in2life.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ