Ερευνα για την ισότητα των φύλων στην Ευρώπη: Ο χειρότερος μαθητής στην τάξη η Ελλάδα

0

Στην τελευταία θέση της κατάταξης η χώρα μας στα θέματα ισότητας, παρά τη μικρή πρόοδο του 1,2% – Κερδισμένο στοίχημα αποδεικνύεται η ποσόστωση στο πεδίο της πολιτικής

Της Δήμητρας Τριανταφύλλου | [email protected] 

H ανακοίνωση της τελευταίας έρευνας του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων (EIGE) με τίτλο European Gender Equality Index, που ανανεώνεται κάθε δύο χρόνια και βαθμολογεί τις χώρες της ΕΕ ανάλογα με το πόσο καλά τα πάνε σε θέματα ισότητας πάνω σε επτά άξονες (εργασία, υγεία, γνώση, εξουσία, χρήμα, χρόνος και βία), δεν προκάλεσαν για άλλη μια φορά καμία έκπληξη στις σύγχρονες Ελληνίδες που… βιώνουν τα ποσοστά από πρώτο χέρι. Με άριστα το 100 και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο 67,4, η Ελλάδα σημειώνει βαθμολογία 51,2 και είναι μαζί με την Ουγγαρία οι μόνες χώρες που δεν ξεπερνούν τους 54 βαθμούς (οι βαθμολογίες του φετινού δείκτη αντικατοπτρίζουν τα στοιχεία του 2017). Πρώτη στη λίστα βρίσκεται η Σουηδία με 83,6 και δεύτερη η Δανία με 77,5.

Όσον αφορά στις δικές μας επιδόσεις, τα πράγματα έχουν ως εξής: στον τομέα της εργασίας (64,2) η Ελλάδα παραμένει στη δεύτερη θέση από το τέλος στην ευρωπαϊκή κατάταξη. Γι’ αυτό ευθύνονται τα χαμηλά ποσοστά απασχόλησης των γυναικών (49% στον γενικό πληθυσμό, αλλά 31% σε ό,τι αφορά στην πλήρη απασχόληση), το μεγάλο χάσμα ανάμεσα στην απασχόληση αντρών και γυναικών με οικογένεια (31%) και κυρίως την άνιση κατανομή γυναικών και αντρών στους διαφορετικούς επαγγελματικούς κλάδους – το 23% των γυναικών εργάζεται σε τομείς εκπαίδευσης, υγείας και κοινωνικής εργασίας σε σύγκριση με το 8% των αντρών, ενώ μόνο το 4% των γυναικών εργάζεται σε τομείς επιστήμης, τεχνολογίας, μηχανολογίας και μαθηματικών (STEM).

Στον τομέα της εξουσίας το σκορ της Ελλάδας είναι 24,3 και, παρά την πρόοδο των 2,6 βαθμών που σημείωσε από το 2015 έως το 2017, η χώρα μας παραμένει προτελευταία στην κατάταξη. Σε αυτό το ποσοστό όμως κρύβεται και μια πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση: το μέτρο των ποσοστώσεων που εισήγαγε η χώρα μας στο πεδίο της πολιτικής έχει αποφέρει μια αύξηση της τάξης του 18% σε ό,τι αφορά στον αριθμό των γυναικών στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Ακολουθούν ο τομέας του ελεύθερου χρόνου (44,7, η δεύτερη χειρότερη ανάμεσα στα κράτη-μέλη) και αυτός του χρήματος (71,4) – στην Ελλάδα το μέσο μηνιαίο εισόδημα των γυναικών είναι 15% χαμηλότερο σε σχέση με εκείνο των αντρών και στα ζευγάρια με παιδιά 22% πιο χαμηλό.

Έπεται ο τομέας της γνώσης (55,7), όπου εδώ η πρόοδός μας ξεπερνά τη συνολική πρόοδο της ΕΕ (+2,7 βαθμοί), με τις βελτιώσεις που έχουμε κάνει να διατρέχουν όλες τις υποκατηγορίες του τομέα: επιτεύγματα, συμμετοχή και έμφυλος διαχωρισμός. Τέλος, στην υγεία (83,5) εμφανίζουμε μια μικρή πρόοδο των 0,5 βαθμών, αλλά, παρ’ όλα αυτά, εδώ έχουμε μια άκρως προβληματική κατηγορία βαθμολόγησης: την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, που επιδεινώθηκε σημαντικά από το 2005 έως το 2017.

Τι λένε για όλα αυτά οι ίδιες οι γυναίκες

«Δεν θα έλεγα ότι πάμε σταθερά λάθος. Θα έλεγα ότι πάμε σταθερά αργά, όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη το ρεύμα της Ισότητας ρέει σταθερά και σίγουρα πιο γρήγορα» λέει Στον Kalikantzaros.gr η Μαρία Συρεγγέλα, γενική γραμματέας Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, και συνεχίζει: «πολιτικές που εφαρμόζονται στις άλλες χώρες της Ε.Ε., ενώ τις θαμάζουμε εδώ δεν τις υλοποιούμε.

Μαρία Συρεγγέλα

Θέλουμε γυναίκες δυνατές, στην υγεία, στην εκπαίδευση, στην οικονομική δύναμη, στις θέσεις ευθύνης,όμως δεν επικεντρωνόμαστε στην ενδυνάμωσή τους. Επί δεκαετίες ασχοληθήκαμε με το να επουλώνουμε τις πληγές που τα στερεότυπα της ελληνικής κοινωνίας χάραξαν στη γυναικεία ύπαρξη.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένη με παράδειγμα: οι παιδικοί σταθμοί και το ολοήμερο σχολείο, που αποτελούν το σημείο εκκίνησης για την ευκαιρία των γυναικών να στηρίξουν τον εαυτό τους και τις οικογένειές τους εργασιακά και οικονομικά, δεν αντιμετωπίστηκαν ως δυνατότητα που πρέπει να ικανοποιηθεί από το κράτος. Για τον λόγο αυτό στους στόχους της σημερινής κυβέρνησης είναι η ενίσχυση της γυναικείας εργασίας και της εναρμόνισης της οικογενειακής – ιδιωτικής ζωής με την επαγγελματική».

Στην ερώτηση ποιο είναι το στρατηγικό πλάνο της κυβέρνησης για τα θέματα ισότητας η κυρία Συρεγγέλα μίλησε για την ενίσχυση της γυναικείας εργασίας, την ενίσχυση των ολοήμερων σχολείων, την ανάγκη κανένα παιδί να μην βρίσκεται εκτός παιδικού σταθμού, για τα προγράμματα επανακατάρτισης για τις γυναίκες που άφησαν την καριέρα τους ώστε να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, για την ελεύθερη επιλογή της άδειας εγκυμοσύνης και λοχείας και για τη μηδενική ανοχή σε θέματα ενδοοικογενειακής κι έμφυλης βίας.

Φυσικά δεν θα μπορούσαμε να μην ζητήσουμε την άποψή της και για το έντονα σχολιασμένο τις πρώτες μέρες της διακυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας θέμα του μειωμένου αριθμού γυναικών στο Υπουργικό Συμβούλιο της κυβέρνησης (5 γυναίκες) αλλά και για το χαμηλό αριθμό γυναικών βουλευτών στη Νέα Δημοκρατία (23 ή το 14,5 % του συνόλου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας).

Όπως μας τόνισε: «Δεν είμαστε ευτυχείς. Ούτε καν ικανοποιημένες. Η Νέα Δημοκρατία εφάρμοσε σε πολλές περιοχές ποσόστωση 50-50. Ενθαρρύναμε νέες γυναίκες να τολμήσουν και να θέσουν υποψηφιότητα. Μάλιστα, πολλοί άνδρες στελέχη μάς παραπονέθηκαν ότι η επιλογή του κόμματος να βάλει στα ψηφοδέλτια τόσο πολλές γυναίκες τούς στέρησε τη δική τους υποψηφιότητα. Ομως το αποτέλεσμα δεν ήταν αρκετό, παρά το γεγονός ότι σε απόλυτους αριθμούς υπερδιπλασιάσαμε τον αριθμό των γυναικών βουλευτών μας. Πρέπει και οι πολίτες να εμπιστευτούν τις γυναίκες και να τις ψηφίζουν».

Τέλος , για την πολυσυζητημένη ποσόστωη η κυρία Συρεγγέλα μάς είπε:  «Αποδείχτηκε, τελικά, ότι η ποσόστωση λειτούργησε ευεργετικά για τη μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών παντού. Και δεν αναφέρομαι μόνο στη συμμετοχή των γυναικών στα ψηφοδέλτια ή στην εκλογή τους στις εθνικές ή αυτοδιοικητικές εκλογές. Μιλώ για το σύνολο των θέσεων ευθύνης. Με την ποσόστωση πετύχαμε υποχρεωτική παρουσία και των δύο φύλων στις διοικήσεις των δημόσιων φορέων και οργανισμών. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό. Γιατί σε κάθε όργανο διοίκησης του κράτους συνυπάρχει πλέον η γνώση και η κοινωνική εμπειρία και των δύο φύλων» .

Ενδιαφέρον έχει και η συνολική τοποθέτηση της Στέλλας Κάσδαγλη, συνιδρύτριας του Women On Top, οργανισμού που ασχολείται με την ενδυνάμωση των γυναικών και το ζήτημα της ισότητας στη χώρα μας. Σύμφωνα με την κυρία Κάσδαγλη:

«Τρεις θα έλεγα ότι είναι οι βασικές πολιτικές που λείπουν άμεσα: η εδραίωση ισότιμης άδειας πατρότητας/γονεϊκότητας, η θεσμοθετημένη ισότιμη υποστήριξη της μητρότητας για γυναίκες σε όλους τους επαγγελματικούς τομείς (δημόσιες υπαλλήλους, μισθωτές του ιδιωτικού τομέα, αυτοαπασχολούμενες) και η εισαγωγή της διάστασης του φύλου στην εκπαίδευση -με την έννοια της ευαισθητοποίησης των παιδιών γύρω από θέματα ισότητας, αλλά και του επαγγελματικού προσανατολισμού ανεξαρτήτως φύλου.

Στέλλα Κάσδαγλη

Οι πολιτικές αυτές θα είχαν άμεση επίδραση σε περισσότερους από έναν τομείς του Δείκτη -και όχι μόνο: θα μείωναν το διαχωρισμό λόγω φύλου στην εκπαίδευση και την αγορά εργασίας, θα αύξαναν τη συμμετοχή των γυναικών στην εργασία, θα ενίσχυαν την εκπροσώπησή τους σε όλες τις πτυχές της δημόσιας ζωής, θα τους εξασφάλιζαν περισσότερο ελεύθερο χρόνο.

Το θέμα, όμως, για να βελτιώσουμε τη βαθμολογία μας (και την ουσιαστική ισότητα) δεν είναι μόνο οι πολιτικές, είναι και η εφαρμογή τους. Και για τη συνειδητή εφαρμογή των πολιτικών αυτών χρειαζόμαστε, εκτός από αυστηρή νομοθεσία, και ευαισθητοποίηση και επιμόρφωση, σε θέματα προκατάληψης, όλων μας.

Το μεγαλύτερο έλλειμμα παρατηρείται στον τομέα της εξουσίας στην ΕΕ συνολικά. Και αυτό θεωρώ ότι συμβαίνει γιατί μιλάμε για έναν τομέα που, με εξαίρεση τις ποσοστώσεις, δεν ρυθμίζεται από κάποιο νομοθετικό πλαίσιο, αλλά εξαρτάται από την ιδιωτική πρωτοβουλία και όλες τις προκαταλήψεις του καθενός και της καθεμιάς ξεχωριστά.

Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται να κάνουμε πολύ πιο συστηματική και σε βάθος δουλειά για να αλλάξουμε τις πεποιθήσεις μιας ολοένα και μεγαλύτερης μερίδας της κοινωνίας στην οποία ζούμε και για να μπορούν / θέλουν / ενθαρρύνονται περισσότερες γυναίκες για να διεκδικήσουν θέσεις ευθύνης και εξουσίας και να συναντούν ένα ισότιμο και συμπεριληπτικό περιβάλλον όταν επιλέγουν να το κάνουν.

Και, φυσικά, χρειάζεται να αυξήσουμε τις επιδόσεις μας στον τομέα της εργασίας, γιατί αν οι γυναίκες δεν αποκτούν συστηματικά επαγγελματική εμπειρία πώς θα έρθουν σε θέση να κατακτήσουν θέσεις ευθύνης στον τομέα τους;».

*Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 126 της Κυριακάτικης εφημερίδας ‘Νέα Σελίδα’ στις 3/11/2019

(ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ