Την προσπάθεια της Ελλάδας να ανταποκριθεί στο μεταναστευτικό πρόβλημα αναλύει η Φωτεινή Παντιώρα, Ειδική Γραμματέας Επικοινωνιακής Διαχείρισης Κρίσεων του Υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, σε άρθρο της που δημοσιεύει το ΑΠΕ.

Αναλυτικά η κα Παντιώρα αναφέρει: 

«Έχουν περάσει τρεισήμισι περίπου χρόνια, από τη στιγμή που η χώρα μας, μεσούσης της οικονομικής κρίσης, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της μεγαλύτερης μετακίνησης πληθυσμών, τα τελευταία περίπου 70 χρόνια.

Η Ελλάδα, χώρα της δημοκρατίας και του πολιτισμού, έκανε εξ αρχής την επιλογή της. Διαχειρίσθηκε και συνεχίζει να διαχειρίζεται το ζήτημα αυτό με ανθρωπιά, αλληλεγγύη και σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Οι προσπάθειες της ελληνικής πολιτείας για παροχή αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης στους αιτούντες άσυλο, παρά τα προβλήματα και τις δυσκολίες, συνεχίζονται με αμείωτη ένταση όλο αυτό το διάστημα.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήρθαν στη χώρα μας από επιλογή, αλλά γιατί οι πόλεμοι, οι διώξεις και η ανέχεια στις πατρίδες τους, τους ανάγκασαν να αναζητήσουν σωτηρία στην προσφυγιά και τον ξεριζωμό.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει τα αισθήματα λύπης και οργής για τους άδικους θανάτους αθώων ανθρώπων και μικρών παιδιών, στον επικίνδυνο αυτό δρόμο της προσφυγιάς.

Κι όμως, υπάρχουν ακόμη και σήμερα κάποιοι που επιμένουν στο φόβο και το μίσος απέναντι στον «ξένο». Ωστόσο, πριν φοβηθείς και μισήσεις, κλείσε τα μάτια για 1 λεπτό και σκέψου πως θα ήταν η ζωή σου αν ήσουν εσύ αυτός που αναγκάζεται να αφήσει την πατρίδα του για να σωθεί.

Ευτυχώς, οι οπαδοί του μισανθρωπισμού στην Ελλάδα ήταν και παραμένουν λίγοι. Η προσπάθειά τους να καλλιεργήσουν τον ρατσισμό και την ξενοφοβία στην ελληνική κοινωνία έχει αποτύχει. Ο ελληνικός λαός στη συντριπτική του πλειοψηφία, τους έχει γυρίσει τη πλάτη.

Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που χρησιμοποιούν το προσφυγικό, ως επικοινωνιακό εργαλείο για να ενισχύσουν τα εκλογικά τους ποσοστά, «ψαρεύοντας» στα θολά και επικίνδυνα νερά του ακροδεξιού λαϊκισμού. Κρύβουν εντέχνως τις ξεκάθαρα αντιμεταναστευτικές τους θέσεις και ασκούν υποκριτική και έωλη κριτική, υποστηρίζοντας ότι η πολιτεία δεν κάνει «τίποτα» για τη διαχείριση του ζητήματος.

Σε αυτό το «τίποτα» λοιπόν, εμείς απαντάμε:

Σήμερα στην ηπειρωτική Ελλάδα υπάρχουν 26 δομές φιλοξενίας για τους αιτούντες άσυλο, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις ανταποκρίνονται στα υψηλότερα διεθνή πρότυπα. Τεράστιες δε είναι οι προσπάθειες του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής για την αποσυμφόρηση των Κέντρων Υποδοχής και Ταυτοποίησης στη Λέσβο και τη Σάμο, προκειμένου να επέλθει κανονικότητα τόσο για τους διαμένοντες όσο και για τους κατοίκους των περιοχών.

Σήμερα, περίπου 12.000 παιδιά προσφύγων και μεταναστών έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση και αξίζει ένα τεράστιο μπράβο τόσο στους εκπαιδευτικούς όσο και στους γονείς που δέχτηκαν τους νέους μαθητές.

Σε όλους τους αιτούντες άσυλο παρέχεται πλήρης πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Συνολικά έγιναν περισσότεροι από 100.000 εμβολιασμοί σε ευαίσθητες κατηγορίες του προσφυγικού και μεταναστευτικού πληθυσμού ενώ δεν προέκυψε οποιαδήποτε επικίνδυνη κατάσταση για τη δημόσια υγεία.

Όλα τα παραπάνω δεν έγιναν με κάποιο μαγικό ραβδί. Είναι αποτέλεσμα των προσπαθειών της ελληνικής πολιτείας, που είχε αρωγό και συμπαραστάτη την ελληνική κοινωνία, για την οποία καθημερινά δηλώνουμε υπερήφανοι.

Το προσφυγικό-μεταναστευτικό σαφώς και δεν είναι ζήτημα που καλούνται να διαχειριστούν μόνο οι χώρες που λόγω της γεωγραφικής τους θέσης δέχονται τις προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές. Δεν αφορά μόνο την Ελλάδα και τις υπόλοιπες χώρες του Νότου. Η διαχείρισή του απαιτεί τη δίκαιη κατανομή της ευθύνης, τη δίκαιη ανακατανομή όσων ανθρώπων φτάνουν στα ευρωπαϊκά σύνορα προς όλα τα κράτη-μέλη. Στο πλαίσιο αυτό διαμορφώθηκε η πρόταση του Έλληνα Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής στο πρόσφατο Συμβούλιο Υπουργών Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία είναι αναγκαία η δημιουργία μεταβατικού μηχανισμού αλληλεγγύης και δίκαιου επιμερισμού της ευθύνης, παράλληλα με τις προσπάθειες για την αναθεώρηση του Κανονισμού του Δουβλίνου.»

Source link