Καλικαντζαρος Νεα – Ειδησες απο ολο τον κοσμο
Μυθολογια

Άρτεμις | ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΕΣ ΚΙ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

Όταν η Σελήνη εμφανίστηκε σαν ωχρή ημισέληνος, κομψή και λεπτή αλλά ακλόνητη στην υπόσχεσή της ότι θα ξαναμεγαλώσει, η Άρτεμις διέσχισε τα απάτητα δάση της Αρκαδίας. Η Θεά ζούσε με τις νύμφες Της μέσα στην πυκνή άγρια βλάστηση όπου τα ζώα έρχονταν ελεύθερα να σμίξουν στα παιχνίδια και τους χορούς Της. Αγαπούσε τη νέα ζωή. Ακόμα κι όταν έπαιζε ή ξεκουραζόταν, ήταν με το αυτί τεντωμένο η Άρτεμις στους βόγκους κάποιας μητέρας που έδινε ζωή. Ο άνεμος Της έφερνε μακρόσυρτους, σιγανούς αναστεναγμούς και κοφτά τραγουδίσματα πόνου. Αν ήταν η μητέρα κάποιο ζώο, ξαπλωμένο μοναχό του σε μια απόμερη σπηλιά ή σ’ ένα προστατευτικό στρώμα από φύλλα, η Άρτεμις διέσχιζε γρήγορα τα δάση για να έρθει στο πλευρό της. Έφερνε φύλλα από την άγρια αρτεμισία της για να φάει το ζώο και απαντούσε γλυκά στους στεναγμούς της μητέρας. Η Θεά χτυπούσε απαλά τη φουσκωμένη μήτρα μέχρι που τα υγρά σώματα έβγαιναν σιγά σιγά στο φως. Τα χάιδευε στοργικά και τα έπαιρνε υπό την προστασία Της: Τίποτε σε τούτα τα δάση δεν μπορεί να βλάψει τα παιδιά της Αρτέμιδος.

Εάν η μητέρα ήταν άνθρωπος, η Θεά εμφανιζόταν αμέσως στο πλευρό της φέρνοντάς της να πιει τονωτικό αφέψημα από αρτεμισία. Χάιδευε το μέτωπο της γυναίκας και μάλαζε τη μήτρα της με τρυφερότητα και υπομονοή, ακόμη κι αν ήξερε πως ήταν ένας μικρός τοκετός, ενός ή δύο νεογνών. Η Άρτεμις εμφανιζόταν πάντα σε μια μητέρα που την καλούσε και πάντα χαιρόταν μαζί της τη στιγμή της γέννησης. Οι άλλοι θνητοί που ήταν εκεί πλησίαζαν να δουν και ρωτούσαν: «Πώς είναι το μωρό; Τί μωρό είναι;» Η Άρτεμις χαμογελούσε τότε στο νεογέννητο και ψιθύριζε στη μητέρα: Θα μπείτε και οι δύο δίχως φόβο στα δάση Μου και θα Με συναντήσετε μια νύχτα στη χάση του φεγγαριού.

Οι γιορτές άρχιζαν με το καινούριο φεγγάρι και συνεχίζονταν κάθε νύχτα καθώς όλο και περισσότερα ζώα Της και άνθρωποι έρχονταν να χορέψουν με την Άρτεμη. Τη νύχτα πριν από την πανσέληνο το ιερό άλσος Της είχε γεμίσει από το πλήθος που γιόρταζε. Έκαναν κύκλο γύρω από ένα μεγάλο δέντρο που στεκόταν ξέχωρα από τα άλλα, με το στιλπνό του φλοιό και τα φύλλα να ασημίζουν στο φεγγαρόφωτο. Η Άρτεμις πήγε προς το δέντρο και ακολούθησε σιωπή, εκτός από τα περιστέρια Της που γουργούριζαν απαλά στα φυλλώματα. Η Θεά κάθισε κατάχαμα σαν τη Μεγάλη Άρκτο Της και άγγιξε τη γη. Χάιδεψε με τα χέρια Της τις ρίζες, τον κορμό, τα κλαδιά. Ξανά. Και ξανά. Και κάθε φορά ερχόταν καινούργια ζωή από τα χέρια Της: ωχρά άνθη ξετυλίγονταν κι έπεφταν κάτω, μικρά τσαμπιά φρούτων άστραφταν ανάμεσα στα φυλλώματα και τέλος ώριμοι, λαμπεροί καρποί κρέμονταν από τα ιερά κλαδιά. Η Άρτεμις μάζευε τα φρούτα, και έτρωγαν τα ζώα Της, οι θνητοί Της, οι νύμφες Της και η ίδια. Άρχιζε ύστερα ο χορός.

Έρχονταν τα ζώα στο δέντρο. Δρασκέλιζαν τις ρίζες του και περικύκλωναν τον κορμό. Σε ένα μεγαλύτερο κύκλο, οι χορευτές ύψωναν τα χέρια τους και άρχιζαν να περιστρέφονται στην αρχή αργά αργά, μετά όλο και πιο γρήγορα, νιώθοντας ρεύματα ενέργειας ν’ ανεβαίνουν από τα κορμιά τους, να περιστρέφονται όλο και πιο γρήγορα και η ενέργεια ανέβαινε στα χέρια τους, και να περιστρέφονται, και να περιστρέφονται και να τρέχουνε, και να πετούν. Σπίθες ενέργειας ξεπετιόνταν από τα ακροδάχτυλά τους και πλημμύριζαν τον αέρα με εκλάμψεις καθάριου γαλάζιου φωτός. Ένωναν τα χέρια τους, ένωναν τα μπράτσα, έσμιγαν τα σώματα σε έναν κύκλο αδιάκοπου ρεύματος, που τους παρέσερνε μαζί του. Μπροστά τους εμφανίστηκε η Άρτεμις, μεγάλη, και στάθηκε ολόρθη στο δέντρο: η ραχοκοκαλιά Της ήταν ο κορμός του, τα χέρια Της τα κλαδιά του. Το σώμα Της έσφυζε από ζωή, οι παλμοί του αντηχούσαν στο ασημένιο δέντρο, στα ζώα κάτω στα πόδια Της, στους χορευτές, στο χορτάρι, στα φυτά, στο άλσος. Κάθε κομμάτι του δάσους παλλόταν από την ενέργειά Της. Άρτεμις, η τροφός, η προστάτιδα, η Θεά του φεγγαριού που γέμιζε. Άρτεμις! Γινόταν ένα με το ιερό δέντρο, καθώς ο κύκλος των χορευτών στροβιλιζόταν γύρω Της. Σήκωναν τα κεφάλια τους κι έβλεπαν να κατεβαίνουν τα λαμπερά κλαδιά. Όταν είχε πια γίνει ένα η Άρτεμις με το ιερό δέντρο, ο κύκλος έσπασε. Οι χορευτές έφυγαν στροβιλιζόμενοι, κι έπεσαν εξαντλημένοι στο μουσκλιασμένο πράσινο δάπεδο.

Ξαπλωμένοι εκεί πάνω στη γη, αναπνέοντας ακόμη στον ίδιο ρυθμό με τη γη, σήκωσαν τα μάτια τους στους ακούραστους χορευτές του ουρανού. Η Σελήνη άνοιγε δρόμο ανάμεσα στ’ αστέρια με το άρμα Της.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Οι χαμένες Θεές της πρώιμης Ελλάδας» της Charlene Spretnak (εκδόσεις Απόπειρα, 1998).

 

 

Source link

Related posts

Κρητική Μυθολογία Δ’ Μέρος ( Αριάδνη, Φαίδρα,Μινώταυρος, Δαίδαλος, Ίκαρος, κ.α.)

admin

Τα ταξίδια του Ηρακλή (Χάρτης) – Αρχαία Ελληνικά

admin

Ο μύθος του Ηρός στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα

admin

Τι συμβολίζει η τρίαινα του Ποσειδώνα – Αρχαία Ελληνικά

admin

Οι Μάντεις της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας – Α’ Μέρος

admin

Μήστρα: η κόρη του Ερυσίχθονα που εκδιδόταν για να τρέφει τον πατέρα της

admin

Το άγνωστο και τραγικό τέλος του Οδυσσέα! – Αρχαία Ελληνικά

admin

Η Μαύρη Θάλασσα και ο μύθος της – Αρχαία Ελληνικά

admin

Οκτώ συναρπαστικές παραλληλίες μεταξύ Ελληνικής και Ινδικής μυθολογίας – Αρχαία Ελληνικά

admin

Οι Μάντεις της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας – Γ’ Μέρος

admin

ΘΗΣΕΑΣ (Ο ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ Ο ΗΡΩΑΣ)

admin

Η Σημασία των ονομάτων των Ημίθεων! – Αρχαία Ελληνικά

admin